Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Μακρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Μακρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

[Ο δολοφόνος με το καλαμάκι] του Κωνσταντίνου Μακρή ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



βΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του ίδιου του συγγραφέα.

"Γεννήθηκα στην Λεμεσό της Κύπρου στις 27 του Οκτώβρη του 1982. Μεγάλωσα κι ανδρώθηκα στην ίδια πόλη. Με τη συγγραφή ήρθα πρώτη φορά σ' επαφή στα 14 μου, μέσω της ποίησης. Πρώτα μου ερεθίσματα τα ποιήματα της Λένας Παππά, κι αργότερα του Ανδρέα Εμπειρίκου, όπως αυτά μου δόθηκαν απ' τις υπέροχες μελοποιήσεις των Αδερφών Κατσιμίχα, κι έπειτα μέσα από την ανάγνωση των ίδιων των ποιητικών τους συλλογών. Στα 18, εξέδωσα την πρώτη μου συλλογή με τίτλο "Εφηβικοί Προσανατολισμοί" και στα 23, τον "Κήπο με τα ματωμένα άνθη" όντας φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησα από το Τμήμα Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με βαθμό "Λίαν Καλώς" και τώρα βρίσκομαι στο 2 έτος στην ειδικότητα της Συνθετικής Ψυχοθεραπείας, στο Κυπριακό Ινστιτούτο Ψυχοθεραπείας. Έξω εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές ιδίοις χρήμασοι, εκτός εμπορίου, καθως και μια νουβέλα με τον τίτλο "Εκχυλίσματα Πάθους". Επίσης, έχω στα συρτάρια μου, μια ολοκληρωμένη συλλογή διηγημάτων, ένα μεγάλης έκτασης μυθιστόρημα, κι ένα μυθιστορηματικό ημερολόγιο, ευελπιστώντας, πως κάποια στιγμή, θα δουν το φως της δημοσιότητας, φτάνοντας σε έντυπη μορφή, στο αναγνωστικό κοινό. "

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

['Αδωνης και Αφροδίτη] του Κωνσταντίνου Μακρή ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



Ήτανε καλοκαίρι όταν την συνάντησα για πρώτη φορά. Φορούσε ένα γαλάζιο ανοικτό φόρεμα, και περπατούσε κατά μήκος της ακτής. Εκεί, δίπλα στα βράχια, κάτω απ’ τα λουτρά της θεάς, κατέβαινε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην παραλία, μα παρ’ όλες τις λουόμενες με τα μαγιό και τα κορμιά, τα ψημένα στον ήλιο και στην αρμύρα, ένιωθες, το έβλεπες, το μύριζες στον αέρα, πως ετούτη η ύπαρξη, ήταν ξεχωριστή. Στο πέρασμα της, σαν σε όνειρο, έβλεπα να ανθίζουν οι αγριοτριανταφυλλιές, και τα βαριά σύκα να στάζουν και να χύνουν το μέλι τους στο χώμα, κάνοντας την γη να στενάζει και να λιγώνεται στο πέρασμα της. Στα κοκκινόξανθα μακριά κυματιστά μαλλιά της, ένας ερωτευμένος, παθιάρης ήλιος κολλούσε σαν στεφάνι τα χείλη του. Και κείνα, φουντωμένα και ζεστά, ανέδιδαν το μεθυστικό τους άρωμα, που έφτανε στα ρουθούνια μου σαν πανδαισία οργασμικών  γαμετών της άνοιξης, που γυρεύουν θηλυκά λουλούδια να καρπίσουν. Το σώμα μου, αυτόματο, σαν να οδηγούνταν από μια αόρατη δύναμη που με έσπρωχνε απ’ τα βάθη του ενστίκτου, κινήθηκε μαγεμένο προς το μέρος της. Στο χέρι, κρατούσε μια πλεχτή τσάντα με αναπαραστάσεις δελφινιών, και φαίνονταν να την βαραίνει το περιεχόμενο της. Το πληθωρικό της στήθος, στέναζε απ’ το βάρος κι απ’ την κάψα του μεσημεριού.

Να σας βοηθήσω; Μού ‘φυγε  απ’ το στόμα η φωνή.

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Ο Νεκρός [του Κ. Μακρή]

[ΔΙΗΓΗΜΑ] ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΚΡΗ

Είχε από ώρα ξυπνήσει μέσα στο φέρετρο. Έκανε να λυγίσει τα πόδια μα δεν μπόρεσε. Τα χέρια του ήτανε στριμωγμένα κι ακίνητα, βαριά σαν μολύβι. Μα σαν εμετός, ξεβράστηκε ένα άυλο πράγμα έξω απ’ την κάσα, που με τρόμο διαπίστωσε πως ήταν η ψυχή του. Δεν είχε ηλικία, μήτε φάτσα, μήτε σώμα. Ένα φάσμα ήταν που πετούσε σε θολά τοπία. Σαν τις μεγάλες εκείνες εκτάσεις των βάλτων που τις σκεπάζει η αιώνια ομίχλη. Η αχλή του πρωινού αέρα, σκέπαζε έναν αρρωστιάρη ήλιο που καθόταν στο σβέρκο εκείνου του κόσμου. Κίνησε ακατάσχετα προς τυχαίες κατευθύνσεις για να βρει έναν Δρόμο. Στην πορεία, σάστισε, σταμάτησε κι άκουσε φωνές να τον καλούν. Σαν μύρια στόματα αναστεναγμών να βάλθηκαν να σκούζουν το όνομα του με θρήνους. «Ανέλαε... Ανέλαε... έλα κοντά μας.... εδώ είναι ο δρόμος σου... έλα στην χώρα της ανυπαρξίας να δεις τον κόσμο που σε γυρεύει... Τον κόσμο που γύρευες και με τρόμο φανταζόσουνα...»
 Ρίγησε. Αν μπορεί να ριγήσει μια ψυχή. Τα τεράστια μάτια του, άνοιξαν πλατιά καθώς δεν έδινε πίστη στην ακοή του. Τότε κάτι πελώρια φαντάσματα άρχισαν να φαίνονται στην άκρη του ορίζοντα και σαν ένα πελώριο νέφος να κατευθύνονται κοντά του. Οι μορφές τους τον γέμισαν με φρίκη. Σύννεφα, σύννεφα από στάχτες και αχλή, μια απροσδιόριστη μάζα από ψυχές που μεγάλυναν την σύσταση τους στον αιώνιο και άκτιστο κόσμο της αθανασίας. « Ποιοί είστε σεις που με καλείτε; Μήπως βρίσκομαι σε όνειρο ή εφιάλτη;»
« Έλα μαζί μας και θα σου δείξουμε τον καινούργιο σου κόσμο. Τώρα που το σώμα σου αρχίζει να λειώνει, εκεί στη γη, κάτω ή πάνω δεν έχει σημασία, θα διαβείς το μονοπάτι που δεν έχει γυρισμό. Μα δες εκεί, δεν είναι κανείς που να γνωρίζεις;»
Τότε πέρασαν μπροστά απ’ τα μάτια του πεθαμένου όλες οι θύμισες της γήινης ζωής του. Είδε τις γυναίκες που περάσαν σαν σταθμοί απ’ τον εφήμερο του βίο να περνάνε σαν σκιές από μπροστά του. Για μια στιγμή τα πρόσωπα τους γύρισαν και τον κοίταξαν με έναν τόνο παρακλητικό και τον καλούσαν κοντά τους, μα σαν έκανε να τις αγγίξει αυτές διαλύονταν σαν σύννεφα σκόνης. Είδε τον εαυτό του να μεθάει από πόνο, κι άλλες στιγμές από χαρά, κι άλλες να χάνεται στην χλιαρή σούπα της μετριότητας.
Ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα χειμερικά του μάτια, κι οι ψυχές που τον καλούσαν έχασαν πια την υπομονή τους. « Καιρός να φεύγουμε, έχουμε δρόμο να διανύσουμε και πάλι μέχρι να φτάσουμε στο Απόλυτο Μηδέν, στην λύση κάθε ψευδαισθήσεως, στον Κύριο μας, το Άπειρο».
Τότε ο Ανέλαος, έτρεξε μ’ όλη τη δύναμη του φάσματος του, και χώθηκε μ’ ανάπαυση στο κρύο του μνήμα. Όταν ξημέρωσε, η ψυχή του βρισκόταν και πάλι μέσα στο ψόφιο του κουφάρι, και παρόλο που ένιωθε χειρότερα από ποτέ, δεν πήρε καν τηλέφωνο να δώσει μια δικαιολογία, σηκώθηκε απ’ το υγρό του κρεβάτι, ντύθηκε το μαύρο κουστούμι, φόρεσε την κολλαριστή ροζ γραβάτα και πήγε κατευθείαν χωρίς καν να πάρει τον πρωινό του καφέ – η ώρα ήταν  οκτώ και μισή και είχε αργήσει- στο νεκρο- γραφείο.
 Άλλη μια δύσκολη μέρα τον περίμενε. Στοίβες τα χαρτιά για διεκπεραίωση, μα πριν βυθιστεί στον κόσμο των εγγράφων, πήρε βαθιά ανάσα και κοίταξε έξω απ’ το τζάμι. Η ομίχλη σκέπαζε τα πάντα και στο απέναντι πεζοδρόμιο δεν φαινόταν κανείς. Ωραία μέρα για να πεθάνει κανείς, σκέφτηκε. Χαμογέλασε αχνά και χάθηκε στην χαρτούρα του. 
Κωνσταντίνος Μακρής


_______________________________


[βιογραφικό - επικοινωνία]
Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο:  kon.mak@hotmail.com
Επάγγελμα: Ψυχολόγος [τωρινή σχετική απασχόληση: Καθηγητής Ψυχολογίας στα Επιμορφωτικά Κέντρα Ενηλίκων Λεμεσού]
Σπουδές: Πτυχίο Ψυχολογίας, από τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 
Προηγούμενες εκδόσεις: «Εφηβικοί Προσανατολισμοί» [Κύπρος 1999], « Ο Κήπος με τα ματωμένα άνθη» [Θεσσαλονίκη 2003] {Ποιητικές Συλλογές} «Εκχυλίσματα Πάθους» {Νουβέλα} Δεκέμβριος 2011, Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις.
Δραστηριότητες- Δημοσιεύσεις:
 Α)Συμμετοχή στο πανελλήνιο συμπόσιο ποίησης, Πάτρα 2005. Δημοσίευση ενός ποιήματος στο εν λόγω περιοδικό  που εκδόθηκε ένεκα του εορτασμού των 25 χρόνων του συμποσίου.
Β) Δημοσίευση δυο ποιημάτων στο 2ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Φτωχούλης». Αθήνα, Ιούλιος 2012.
Γ)Εμπνευστής και ιδρυτικό μέλος της λογοτεχνικής ομάδας «Μεταξύ Γραφής και Ανάγνωσης» η οποία δραστηριοποιείται από τον Φεβρουάριο του 2010 και τούδε στην Λεμεσό. 



στη φωτ. ο συγγραφέας
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΚΡΗΣ


σοδειά [συγκομιδή πολιτισμού]

Blogger templates


Blogger news