Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015
Η Άννα μετά από χρόνια | Του Απόστολου Θηβαίου ~ ΠΕΖΟ
Αυτή η ωραία δεσποινίς που γερνά πίσω απ΄τους γκισέδες στο
σταθμό Λαρίσης και αλλού, αυτή είναι η πιο μοναχική απ΄όλες τις ηρωίδες. Γιατί
γυρνά κάθε βράδυ σε μια οικία αναπαλαιωμένη, μ΄αφόρητα μαρμάρινα κρίνα. Τίποτε
σαν την σπασμένη εφηβεία στα μαγικά
δωμάτια. Τώρα στέκει πίσω απ΄τα θέατρα, κρατά τα φώτα της σβησμένα,
τρελαίνεται, μιλά για φόνους, και χάνει τη μορφή της.
Κάθε νύχτα η ίδια ιστορία. Είπαν θα της στοιχίσει μια μέρα τη
ζωή. Έβαλαν τρίτους να της μιλήσουν, να την λογικέψουν, να μην τον περιμένει.
Να φροντίσει τον εαυτό της, τα χρόνια περνούν.
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014
Σε καταστολή | [πεζό] του Δημήτρη Δικαίου
Του Δημήτρη Δικαίου
Απόγευμα,
κάποιος χτυπάει την πόρτα. Φωνάζω μ’ όση δύναμη έχω: «Ποιος διάολος είναι;».
Ανοίγω, τίποτα. Γυρίζω στη θέση μου και παρατηρώ πως, η διπλανή καρέκλα είναι
επίσης τραβηγμένη. Μία παραίσθηση, σκέφτηκα, δεν δίνω σημασία. Πάει καιρός
εξάλλου που, δε βλέπω πράγματα. Αναπνέω κανονικά, δεν ανησυχώ.
Φτιάχνω
λίγο καφέ κομμένο και ραμμένο στη γεύση μου, με πολύ καϊμάκι. Στο τραπέζι επάνω
ένα στυλό, ένα φύλλο χαρτί, ένα κομμάτι κόκκινης πλαστελίνης με το δακτυλικό
αποτύπωμα του γιου μου κι ένας καπνός Old
Holborn κίτρινος
με την επιγραφή «οι καπνιστές πεθαίνουν
πρόωρα». Ποιος πέθανε μ’ ακόμη ένα τσιγάρο, συλλογίστηκα; Κανείς! Το ανάβω.
Απέναντί μου, το ψυγείο. Χαμογελάω, στο κροτάλισμα του ήχου που έβγαλε πάνω στα
πλακάκια. Με κατάλαβε. Κάθε φορά που έχουμε την ίδια θερμοκρασία, το κάνει.
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014
[Δεν με λένε Σταχτοπούτα] της Μαρίας Ροδοπούλου ~ ΠΕΖΟ
Της Μαρίας Ροδοπούλου
Πριν
Το μόνο που εισέπραξα κοιτώντας προς τα πάνω, είπε η ναυαγισμένη γυναίκα κουλουριασμένη στα λευκά μαρμάρινα σκαλιά – σαν να είχαν αφοδεύσει οι θεοί την αγωνία τους όλη στα μυρωδάτα πόδια μου αλλά επειδή δεν θα άντεχα την θλίψη τους μονομιάς να καταπιώ παρακράτησαν χαρτόσημο ανεξόφλητης λύπης το δεξί του χέρι – Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014
[Ανοιχτό γράμμα στον Νικόλα] της Θεοδώρα Τζόκα ~ ΠΕΖΟ
της Θεοδώρα Τζόκα
Νικόλα,
Ίσως και να μη σε γνώρισα ποτέ, αν και ήσουν αυτό
που μέσα μου έσκουζε σαν πρωτόγονη ανάγκη, όταν, περιπλανώμενη κι εγώ, έψαχνα
να βρω τους δικούς μου «κροκάνθρωπους» μέσα στο αχανές πλήθος των «Έτσι».
Δύσκολη η αναζήτησή μας στην Ελλάδα των συνταγματαρχών, Νικόλα. Το ξέρω! Μάθε,
όμως, πως στη «λασπόσφαιρα» που σήμερα κατοικούμε - ναι, μ’ αρέσουν και μένα τα
λογοπαίγνια! - τίποτα δεν έχει αλλάξει. Βλέπεις, εσύ το «Φευγιό» σου καλά το κατέστρωσες
στο μαγαζάκι της Καλλιδρομίου (σύμπτωση το όνομα;), μα εγώ, ακόμα, βολοδέρνω
στη «Χώρα των Έτσι». Η μοναξιά, όπως ξέρεις, αφήνει ανεξίτηλα και εσαεί τα
σημάδια της στις ψυχές των ανθρώπων. Σαν σε παρασύρει κοντά της, κολλάει πάνω
σου σαν βδέλλα και δεν σ ’αφήνει ποτέ! Κρίμα που δεν συναντηθήκαμε ποτέ! Ή μήπως τελικά συναντηθήκαμε; Το πρόσωπό σου μου είναι πολύ οικείο και αγαπητό. Σήμερα, μαθαίνω πως κυκλοφορούσαμε στους ίδιους χώρους την ίδια χρονική περίοδο: στο σκονισμένο με τα γύψινα αγάλματα υπόγειο της Φιλοσοφικής Σχόλης, εκεί, που είχες στήσει το θεατρικό «ναό» σου, στη ντισκοτέκ Apple, στο δώμα του Λευκού Πύργου, στις μπουάτ, στους αδειανούς από «κροκανθρώπους» ελικοειδείς δρόμους που δεν οδηγούσαν πουθενά παρά μόνο στην καταστροφή.
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014
[Μια επιστολή για τελείως προσωπική χρήση] του Τάσου Λειβαδίτη ~ ΠΕΖΟ
Βιβλίο "Ανακάλυψη", εκδόσεις Κέδρος.
Αγαπητέ κύριε,
Δεν σας γνωρίζω, όπως δεν με γνωρίζετε. Κι ακριβώς αυτό είναι
που δημιουργεί τόσες παρανοήσεις που κάποτε θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια,
την ανθρωπότητα να πάει να κρεμαστεί. Διότι, αγαπητέ κύριε, υπάρχει ένα σημείο
στο συμβόλαιο που είναι αδύνατο να το παραβεί κανείς : ότι η καταστροφή δηλαδή,
είναι πάντα λιγότερο πολυέξοδη από την αναμονή της. Και στο τέλος, άνθρωπος είμαι
κι εγώ, τι ζήτησα, λίγη ησυχία, έστω και ανέντιμη αλλά ας πάρω την ιστορία μου
από την αρχή. Στην ζωή μου δεν τόλμησα ποτέ να φτιάξω επισκεπτήρια, όπως όλος ο
κόσμος, καλού και κακού, κι αυτό γιατί τ’ όνομά μου ήταν κάτι χειρότερο από ασήμαντο,
ήταν κακόγουστο. Ονομάζομαι Κανθέας. Βλέπετε; Πώς να μην επισύρει όλες τις συμφορές
ένα όνομα που μοιάζει με δυσοίωνο αστερισμό ή ανίατη παιδική αρρώστια. Κι όμως μέσα
στις τόσες αντιξοότητες είχε και μια αρετή : ήταν δικό μου.
Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014
[ Pina Colada στο αναψυκτήριο σκωτσέζικων θλίψεων] της Μ.Ροδοπούλου ~ ΠΕΖΟ
Αυτοσχέδιες
ανασύρονται οι στιγμές. Ξαφνικά όλα αλλάζουν προοπτική όταν βλέπεις
κάποιον ηλικιωμένο στο θαλασσοδαρμένο παγκάκι της νοτισμένης αποβάθρας
να κάνει κοιλιακούς. Εσύ πίνεις μια παγωμένη pina colada και
συνειδητοποιείς ότι γεννήθηκες με πέτρινους αστραγάλους. Και σιγά σιγά
όσο μεγάλωνες προχωρούσε όλο πιο πάνω ο ιός της αφοσίωσης σε λανθάνουσες
στέγες. Ούτε καν το χρώμα που είχαν περάσει τα κεραμίδια τους δεν σου
άρεσε. Πως το δέχτηκες, ακόμα αναρωτιέμαι.
Πέρασε στις γάμπες, στα γόνατα, στους μηρούς, στο κέντρο του ερωτισμού σου. Εκεί αιμορράγησες για πολύ καιρό αλλά τελικά μύθος πως οι πληγές μένουν ανοιχτές. Και αν θες να είσαι σχεδόν αντικειμενική θα πρέπει να γελάς με τις τυχαίες δυστυχίες σου.
Πέρασε στις γάμπες, στα γόνατα, στους μηρούς, στο κέντρο του ερωτισμού σου. Εκεί αιμορράγησες για πολύ καιρό αλλά τελικά μύθος πως οι πληγές μένουν ανοιχτές. Και αν θες να είσαι σχεδόν αντικειμενική θα πρέπει να γελάς με τις τυχαίες δυστυχίες σου.
Τρίτη 17 Ιουνίου 2014
[Κάθαρση] του Κώστα Καρυωτάκη ~ ΠΕΖΟ
«Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.» Κ.Κ.
Με τα πεζά του ο Καρυωτάκης ξεπερνάει τα στενά όρια της έμμετρης ποίησης και ξεφεύγει τελείως από την ηθογραφία της εποχής του ακόμα και από τα αντιπολεμικά λογοτεχνήματα που ήταν της μόδας τότε. Υπάρχει μια καφκική ενδοχώρα μες στα πεζά του τα οποία χαρακτηρίζονται από την ίδια αγωνία, υπαρξιακό άγχος και αίσθηση αδιεξόδου όπως και η ποίηση του. Η ειρωνεία και η κοροϊδία της εξουσίας που φτάνει στα όρια της λυσσαλέας οργής φαίνονται ξεκάθαρα στην Κάθαρση. Ο Καρυωτάκης ανήκει στην κατηγορία της λογοτεχνίας, που ρίζες της έχει στα έγκατα μαύρης γης , στην λογοτεχνία που γέννησε επίσης τον Κάφκα και τον Νίτσε. Όλοι διαφώνησαν και κατήγγειλαν. Κατήγγειλαν και εκμηδενίστηκαν.
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.» Κ.Κ.
Με τα πεζά του ο Καρυωτάκης ξεπερνάει τα στενά όρια της έμμετρης ποίησης και ξεφεύγει τελείως από την ηθογραφία της εποχής του ακόμα και από τα αντιπολεμικά λογοτεχνήματα που ήταν της μόδας τότε. Υπάρχει μια καφκική ενδοχώρα μες στα πεζά του τα οποία χαρακτηρίζονται από την ίδια αγωνία, υπαρξιακό άγχος και αίσθηση αδιεξόδου όπως και η ποίηση του. Η ειρωνεία και η κοροϊδία της εξουσίας που φτάνει στα όρια της λυσσαλέας οργής φαίνονται ξεκάθαρα στην Κάθαρση. Ο Καρυωτάκης ανήκει στην κατηγορία της λογοτεχνίας, που ρίζες της έχει στα έγκατα μαύρης γης , στην λογοτεχνία που γέννησε επίσης τον Κάφκα και τον Νίτσε. Όλοι διαφώνησαν και κατήγγειλαν. Κατήγγειλαν και εκμηδενίστηκαν.
Κυριακή 15 Ιουνίου 2014
[Εκκρεμότητες] της Μαρίας Ροδοπούλου ~ ΠΕΖΟ
![]() |
| photo by Steve Graham |
"Οι ακρίδες και οι εκκρεμότητες έχουν μια απίστευτη ομοιότητα. Και οι δύο καταβροχθίζουν τις σοδειές και όταν έρθει η ώρα να θερίσεις δεν έχει απομείνει τίποτα
παρά μόνο το νεκρό χώμα"
Οι εκκρεμότητες είναι σαν τις κρεμάστρες με τα παλιά, σκονισμένα ρούχα που κρέμονται συνήθως στο βάθος της ντουλάπας και μυρίζουν μούχλα, αποσύνθεση και ναφθαλίνη. Όπως σχεδόν μυρίζουν όλα τα νεκρά πράγματα. Κρεμάστρες με ρούχα που ποτέ κανείς δεν θα φορέσει αλλά διστάζει κιόλας να πετάξει. «Και αν μου χρειαστούν;» σκέφτεται που και που. Βέβαια γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να φορέσει κάτι νεκρό πάνω του. Και τελικά είναι αυτή η μη παραδοχή που τον οδηγεί να κρατά τις κρεμάστρες με τα παλιά ρούχα. Είναι η μη αναγνώριση των νεκρών πραγμάτων που μας κάνει συλλέκτες άχρηστων αντικειμένων.
Οι εκκρεμότητες είναι σαν τις κρεμάστρες με τα παλιά, σκονισμένα ρούχα που κρέμονται συνήθως στο βάθος της ντουλάπας και μυρίζουν μούχλα, αποσύνθεση και ναφθαλίνη. Όπως σχεδόν μυρίζουν όλα τα νεκρά πράγματα. Κρεμάστρες με ρούχα που ποτέ κανείς δεν θα φορέσει αλλά διστάζει κιόλας να πετάξει. «Και αν μου χρειαστούν;» σκέφτεται που και που. Βέβαια γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να φορέσει κάτι νεκρό πάνω του. Και τελικά είναι αυτή η μη παραδοχή που τον οδηγεί να κρατά τις κρεμάστρες με τα παλιά ρούχα. Είναι η μη αναγνώριση των νεκρών πραγμάτων που μας κάνει συλλέκτες άχρηστων αντικειμένων.
Σάββατο 5 Απριλίου 2014
[Ληγμένες στρογγυλές Ιστορίες] της Μαρίας Ροδοπούλου ~ ΠΕΖΟ
Κι ήταν το πάρκο γεμάτο από τα απομεινάρια μας.
Τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί μια τόσο συνηθισμένη μέρα εκτός από το να επιδοθούμε σε άγρια κωπηλασία προς την υποταγή για άλλη μια φορά όσο και αν η γλώσσα μας δημιουργούσε ισχυρά αντίθετα ρεύματα. Και τους το είχα πει, μόνο αν την βάρκα βυθίσεις θα μάθεις εάν ξέρεις να κολυμπάς. Αλλά πως πετάς τις χειροπέδες όταν σε έχουν μάθει να πιστεύεις πως σωσίβια είναι;
“Ποτέ δεν πήρα προαγωγή. Δεν έγινα τρανταχτό ουσιαστικό. Ένα πέρα – δώθε αντωνυμιών ήμουν. Όταν έφτανα στο τελευταίο κεφάλαιο, αυτοκτονούσα στην ύστατη αυτοκρατορική περισπωμένη της ραχοκοκαλιάς τους. Η θηλιά ως ελάχιστη αμοιβή δινόταν στους μεταφορείς που γέμιζαν τις τρύπες με τα πεσμένα μάτια μου. Με την σεμνότητά μου τάϊζαν αδέσποτα, λιμασμένα πρόσωπα. Και έτσι κατάντησα να παίζω σαξόφωνο στα σαγόνια που βρωμοκοπούν ανεπάρκεια» είπε στον μίμο που είχε απλώσει το καπέλο του απαιτώντας κι εκείνος το αντίτιμο της ακρόασης.
Τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί μια τόσο συνηθισμένη μέρα εκτός από το να επιδοθούμε σε άγρια κωπηλασία προς την υποταγή για άλλη μια φορά όσο και αν η γλώσσα μας δημιουργούσε ισχυρά αντίθετα ρεύματα. Και τους το είχα πει, μόνο αν την βάρκα βυθίσεις θα μάθεις εάν ξέρεις να κολυμπάς. Αλλά πως πετάς τις χειροπέδες όταν σε έχουν μάθει να πιστεύεις πως σωσίβια είναι;
“Ποτέ δεν πήρα προαγωγή. Δεν έγινα τρανταχτό ουσιαστικό. Ένα πέρα – δώθε αντωνυμιών ήμουν. Όταν έφτανα στο τελευταίο κεφάλαιο, αυτοκτονούσα στην ύστατη αυτοκρατορική περισπωμένη της ραχοκοκαλιάς τους. Η θηλιά ως ελάχιστη αμοιβή δινόταν στους μεταφορείς που γέμιζαν τις τρύπες με τα πεσμένα μάτια μου. Με την σεμνότητά μου τάϊζαν αδέσποτα, λιμασμένα πρόσωπα. Και έτσι κατάντησα να παίζω σαξόφωνο στα σαγόνια που βρωμοκοπούν ανεπάρκεια» είπε στον μίμο που είχε απλώσει το καπέλο του απαιτώντας κι εκείνος το αντίτιμο της ακρόασης.
«Εγώ, της είπε μια γυναίκα από το πλήθος γλείφοντας το make up του
μίμου, αρκέστηκα στο να ξεκληρίζω όλα τα
θαμμένα. Μετά διαμαρτύρομαι έντονα για
την χρωματιστή γλώσσα μου που παθαίνει κλειστοφοβία μόλις κοιτάζεται στον
καθρέφτη. Αλλά τουλάχιστον με
ανακουφίζει η κατάργηση των διάσημων απορρήτων. Κι ας φαίνομαι στο στόμα τους
παραγινωμένη γόμα. Κάποτε βέβαια πρέπει να λύνω τις ανισώσεις και έτσι
αναγκάζομαι να συμμετέχω στα παιγνίδια μπόουλινγκ που διοργανώνουν. Ως κορίνα.»
Κυριακή 30 Μαρτίου 2014
[Could I laugh again] Του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΠΕΖΟ
Με
ένα τραγούδι κολλημένο στο μυαλό από το πρωί σχεδόν, άντε δύο , το δεύτερο
σφήνα αργότερα το μεσημέρι. Παρεμβολές ηχητικές σε μια μνήμη κενή σε ψυχή
τραυματισμένη, σαν ορατότητα που δοκιμάζει την διαφυγή από την ορεινή ομίχλη.Again, again, again, again, could i laugh again… again again again… Behind these hazel eyes και ψάχνεις το σκονισμένο
παντελόνι, την καμένη από την εξάτμιση κορντούρα για να τρέξεις μακριά, ίσως
γιατί δεν θέλεις να περάσεις άλλη μια νύχτα με την σκιά των χαπιών της λήθης
στον οισοφάγο, για να αποφύγεις την εφτάχρονη ερμηνεία που σε κυνηγά. Η βαλβίδα
εκτόνωσης κλειστή από καιρό, αργεί πολύ να ξεκολλήσει, ένα κρακ χρειάζεται να
ακούσεις σαν κι αυτό που συνέβη μέσα σου και να εξατμιστεί όλη σου η φιλοσοφία,
όλη σου η αγνότητα που αντιμετώπιζες την ανθρώπινη ύπαρξη και σχέση . Ένα
τραγούδι, δύο τραγούδια κι ένας τρελός που υπήρχε στην κάρτα του τηλεφώνου, οι
φθαρμένες κορντούρες, τα τρύπια γάντια και το βρώμικο κράνος να κλείνει την
πόρτα.
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014
[Πραγματικότητας Αυτόχειρας] του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΠΕΖΟ
του Ματθαίου Ματθαιάδη

«Με ένα περίστροφο στον κρόταφο και δύο χρησιμοποιημένες σφαίρες αποδεδειγμένα όνειρα φονεύω. Μην εξομολογείσαι θάνατο στην σιωπηλή μου κάνη. Από μόνη της οπλίζει»
Δυο Σαββατοκύριακα τώρα σημειώνω ηλεκτρονικές απουσίες. Το ένα μετρούσα ανάσες και βήματα στα ίδια σχεδόν μαξιλάρια που μάτωναν η Πολυδούρη κι ο Ρίτσος και το άλλο από της γλαύκας τον άργυρο βρέθηκα στης Ιφιγένειας τις παρακλήσεις, να μετρώ τα σκαλοπάτια της καθέλκυσης. Ταξίδι μεγάλο δεν καταφέρνω ποτέ να κάνω όχι τουλάχιστον όπως το σκέφτομαι ή το ζητώ.
Όπως και δεν μπορώ
να συγκρατώ την σκέψη ούτε και να την κατευθύνω, μόνη της με οδηγεί, αυτόνομη
και ανυπότακτη περπατάει και αγκαλιάζει όλους τους αγαπημένους.
Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014
ΠΕΖΟ: [Ο Δρόμος] της Μ. Αναγνωστοπούλου
Το κορίτσι εμφανίστηκε
από το πουθενά.
από το πουθενά.
Το αγόρι ακολούθησε το κορίτσι.
Το κορίτσι ξάπλωσε
στη μέση του δρόμου.
στη μέση του δρόμου.
Το αγόρι έκανε ό, τι έκανε το κορίτσι.
Το αγόρι είπε: «Τι θα γίνει αν περάσει κάποιο
αυτοκίνητο;»
Το κορίτσι είπε: «Θα πεθάνουμε».
Το αγόρι χαμογέλασε.
Το κορίτσι χαμογέλασε.
Το αγόρι και το κορίτσι συνέχισαν να μένουν
ξαπλωμένοι στη μέση του δρόμου.
Το κορίτσι ανέπνεε βαθιά.
Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013
Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013
Το καταφύγιο του λαού [Της Μαρίας Θεοφιλάκου]
Μέρα γκρίζα, σκέφτηκε. Και το 'ξερε, δεν ήτανε τα
σύννεφα που είχαν κατέβει έως κάτω τα βουνά γύρω απ' την πόλη, ούτε η ωχρή
λεπτούλα σκόνη που είχε σκεπάσει τα αυτοκίνητα στους δρόμους. (Φθινόπωρο,
τρελός καιρός και μάντης). Τριγύρω στα στενά της Αθήνας δεν υπήρχε μήτε σκοπός,
μήτε ελπίδα, όπου και να γυρνούσε το κεφάλι: άνθρωποι σκυθρωποί, δίχως χρώμα, δίχως χαμόγελο. «Έχουν όλοι
στεγνώσει», μονολόγησε καθώς προσπέρναγε τα μαγαζιά στην Ακαδημίας. Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013
Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013
«Η έμπνευση που κατοίκησα»
[πεζό] της Ελένης Μαυρογονάτου
Όλη την έμπνευση την κατοίκησα σε μια στιγμή, δέχτηκα την πιο θεμιτή προσφορά και παρέδωσα τα υπάρχοντά μου στη μεταφορική αισθημάτων. Το λίγο που κόστισε, ήταν ένα μισοτελειωμένο τετράδιο αναγνώσεων, σαν αυτά που βρίσκονται θαμμένα στο ανήλιο υπόγειο του παιδικού χειμώνα και που τα βρίσκεις, όταν νομίζεις ότι έχεις πληρώσει όλους τους λογαριασμούς με το υποσυνείδητο.
Βρέθηκα λοιπόν σε καινούριο σπίτι, να μυρίζω τις βαμμένες επιφάνειες και το φρέσκο ξύλο, τοποθετώντας δυο-δυο στα ράφια με αυτιστική ακρίβεια τις λέξεις μου. Έπειτα έσκυψα κι αφουγκράστηκα πίσω από τους τοίχους τη βαριά ανάσα των νεκρών μου, παρελθόντων και μελλούμενων, άναψα τη λάμπα θυέλλης και φώτισα όλα τα μισοτελειωμένα πράγματα που άφησαν πίσω τους, γιατί δεν θα χωρούσε τόση ελπίδα το χώμα.
Τώρα με καλούν να φέρω εις πέρας τις μικρές θλιμμένες ιστορίες τους, πληρώνοντας γραμμάτια ανεξόφλητα στο μαυσωλείο των ψυχών τους. Κι εγώ που είχα κληρονομήσει τόση έμπνευση, φόρεσα το παλιό πανωφόρι τους και βγήκα στη βροχή, ξεπλένοντάς τους από το βάρος τόσων ενοχών κι ανοχών.
Όλη την έμπνευση την κατοίκησα σε μια στιγμή, καπνίζοντας τ’ αποτσίγαρα παλιών φίλων κι ακούγοντας Piaf από το δίσκο των 78 στροφών, που μου χάρισε κάποτε μισότρελη και μεθυσμένη, σε προχωρημένη σήψη, η Ματαιότητα…
![]() |
| φωτ. Ελένη Μαυρογονάτου [αναδημοσίευση από τη σοδειά τχ.8] |
____________________________
σοδειά [συγκομιδή πολιτισμού]
Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013
Το μάτι [Κ. Αλογοσκούφη]
[πεζό] της Κασσάνδρας Αλογοσκούφη
στην Εύα και στο υπόγειο με τους ταριχευμένους πίνακες
Τη βάλαμε να ξαπλώσει σε ένα στενό κρεβάτι. Φόραγε το όμορφο
κυριακάτικο φουστάνι της, μαύρο βελούδο με δαντελένιο άσπρο γιακά. Τέτοιο
ντύσιμο ήταν κατάλληλο της περίστασης. Έδενε άλλωστε υπέροχα με τον ξύλινο
περίγυρο του στενού κουτιού. Της έδεσα έναν κόκκινο-άσπρο Μάρτη στο χέρι για να
μη φοβάται -μες στην Άνοιξη- το σκοτάδι και τη σκέπασα στοργικά με ένα λευκό
σεντόνι.
Την προτελευταία φορά που την είδα τον Μάη του 87' –δέκα
χρόνια πριν- κράταγε έναν δίσκο King Crimson στο στήθος σαν
παπαρούνα. Είχε μιλήσει περίεργα για ακατάληπτα πράγματα. Χρησιμοποιούσε αργκό
και το βλέμμα της μάλλον θολό έμοιαζε να συλλαμβάνει το περιβάλλον διαφορετικά
από τα συνηθισμένα. Θυμάμαι με τι ενθουσιασμό περιέγραφε τα φανταστικά τοπία
που θα την ταξίδευε το όπιο. Η παχύρευστη μάζα ευφυΐας λίγο ήθελε να ξεχειλίσει
από το μυαλό της.
Είχε κάτι κονέ που θα της στέλνανε αγνό παρθένο stuff με
μεταφορική εταιρεία από το Μπαγκλαντέζ. Μου έδειξε σε ένα σημειωματάριο τη
διεύθυνση του γνωστού της και διαρκώς έτριβε το δεξί μάτι σαν να απειλούσε ο
βολβός να ανθίσει ένα λουλούδι πόνου από κει μέσα. Προς το παρόν παπαρούνες
μόνο από το Μπαγκλαντέζ, είπε και μου χάρισε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.
Αυτά συνέβησαν τότε. Από την ημέρα που την ξαπλώσαμε στο
κρεβάτι ήμασταν ήσυχοι ότι δε θα ξανάμπλεκε σε τέτοιες ιστορίες. Δεν ήταν σε
θέση άλλωστε να ξανασηκωθεί. Πως αλλιώς; Και μυστικά μέσα στο κρεβάτι της ένας
ανθός αναδίπλωνε στο μάτι παρά την απουσία φωτός. Μεγάλωνε με απίστευτα αργούς
ρυθμούς για τα δεδομένα της βοτανολογίας και κανένας παρά μόνο η ίδια γνώριζε
ποια ήταν η πραγματική σημασία των μαύρων τριχιδίων που ξεπετάγονταν από το
πρησμένο μάτι .
Όταν μετά από 2 χρόνια ανοίξαμε τον τάφο της. Τη βρήκαμε
μπρούμυτα γυρισμένη. Την τραβήξαμε από το σάπιο ρούχο κα το κεφάλι της γύρισε
με χάρη σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Είχε μείνει ίδια ακέραιη ομορφιά και μόνο
στο μάτι είχε φυτρωμένη μια πελώρια παπαρούνα που κάπως την ασκήμιζε. Άγνωστο
πως κατέπεσε ένας τέτοιος σπόρος μέσα στο κουτί. Δεν απορούσαμε βέβαια για την
κουκλίστικη ομορφιά της. Ήταν ολοφάνερο. Τη συντήρησε η ψευδαίσθηση των
ναρκωτικών...
δείτε όλη την παραγωγή: σοδειά τχ.14
![]() |
| ΤΟ ΜΑΤΙ [Mentjouk] |
Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013
Ένα μπλουζ που δε γράφτηκε [Ματθαίος Ματθαιάδης]
[πεζό] του Ματθαίου Ματθαιάδη
Η καλύτερη παρέα μου το τελευταίο διάστημα είναι η οθόνη του
υπολογιστή μια κούπα με καφέ που μυστηριωδώς είναι συνεχώς αδειανή και η
διαδρομή δωμάτιο κουζίνα που έχει καταντήσει βασανιστική ρουτίνα. Ξέθαψα μέχρι
και το θερμός των εκδρομών ένα adventure Inox που με συντρόφεψε άφοβα σε όλες
τις διαδρομές των ορεινών αναζητήσεων. Τώρα βρίσκεται πλάι στην οθόνη κι αυτό
και παρακολουθεί το κενό να αναβοσβήνει. Η μέρα σιγά-σιγά μεγαλώνει γλυκαίνουν
τα απογεύματα ψιθυρίζουν τα άνθη κι ερωτοτροπούν με τα πουλιά. Το πρωί είδα μια
μέλισσα. Κρατούσε έναν στήμονα και βύζαινε σαν μωρό το νέκταρ του, τα φτερά της
χαμογελούσαν στον ήλιο που αντανακλούσε στο απέναντι παράθυρο, το απόγευμα ίσως
να φανώ τυχερός κι επισκεφθεί και το δικό μου μια αχτίδα. Είναι η διαδρομή και
η γωνία του παράξενη στην δύση τον εμποδίζει το κτήριο ακόμη, σε έναν μήνα θα
βρει διέξοδο από το διώροφο και θα απλώνεται από τον ακάλυπτο για μισή ώρα
περίπου, φτάνει για να ζεστάνει την μπογιά που βάφεται η Ελεονόρα, ίσως κι αυτή
μπορέσει να ξαπλώσει μαζί με την εγκυμονούσα και να δεχτεί την μαστίχα στην
επιφάνεια της. Οι μέρες πάντως δεν αρκούν για δημιουργία ενώ οι νύχτες
βυθίζονται σε λευκές σελίδες όπου σαν το βαμπίρ του τοίχου φτεροκοπούν από το
πάτωμα στο ταβάνι με άτακτη χρονική διάρκεια, ούτε έναν ρυθμό δεν μπορούν να
βγάλουν από τα άθλια φτερά τους, τουλάχιστον θα κρατούσαν το ίσιο στις άτακτες
νότες που τα σκουριασμένα ελάσματα παλεύουν να ισορροπήσουν.
- Θα βγεις; με ρωτάνε οι κάλτσες.
- Θα βγω, αλλά δίχως εσάς, ούτε παπούτσια θα φορέσω, απόψε γυμνά τα πόδια
θέλω σαν την ψυχή.
Η χαρακιά στον ανεμοθώρακα της μηχανής με κοιτά βουρκωμένη, ένα κλαρί
κορομηλιάς την χαϊδεύει και κλέβει λίγη από την ανάσα της. Ονειρεύτηκε κι αυτό
πως ήταν σε ένα σπαρμένο νιόβγαλτες μαργαρίτες χωράφι κι έβλεπε πως γονατίζουν
τ’ άλογα για να φάνε.
Είναι ευλογία τα όνειρα κι ας είναι φυτεμένα σε παρτέρια , αρκεί το απόγευμα να
δραπετεύσει μια ακάλυπτη αχτίδα.
Πάλι ξέχασα το κλειδί πίσω από την πόρτα..
σοδειά τχ.14
Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012
Άνθρωποι ομπρέλες
[πεζό]
του Ματθαίου Ματθαιάδη
Χαράζει
η μέρα – με την σιωπή στην διαπασών- κι εγώ σε γυρεύω σαν πρωινό τσιγάρο με τον
καφέ δίπλα να αχνίζει... Παραφράζω τραγούδια, αγαπημένες λέξεις, στιγμές που
σπάνε φράγματα και ήχους την ώρα ακριβώς που καίει ο ουρανός την θάλασσα, που στάζει
το πρώτο της αίμα η αυγή, που ανασαίνει το μαυροπούλι τον ορίζοντα . Θέλει
βαθιά ψυχή αυτή η ώρα για να χωρέσει γιατί είναι ευλογία να μπορούν τα μάτια να
βαδίζουν πάνω στην ρόδινη θάλασσα και να ακολουθούν τον ελαφρύ κυματισμό έως
εκεί που δεν τελειώνει ποτέ , έως εκεί που το τίποτα γίνεται κάτι.
Κάτι
βαθύ, μεγαλειώδες, κάτι που αν σκεφτείς καλά δεν υπάρχει κι όμως είναι εκεί, το
βλέπεις στο ράμφος του Μαυροπετρίτη που βρεγμένος στέκει στα απόμερα βράχια και
στεγνώνει τα φτερωτά του όνειρα γιατί κι αυτός μπορεί να ονειρεύεται παρόλο που
είναι ελεύθερος γιατί δικαίωμα στην διαφυγή του ονείρου έχουμε όλοι ακόμη και
οι άνθρωποι ομπρέλες.
Μπορείς
να το δεις στο ξύπνημα της ελιάς, στο λύγισμα της καλαμιάς στο αποτύπωμα της
άμμου, ακόμη και στο πεθαμένο και στοιβαγμένο φύκι του πηχτού κόλπου που εσύ
ονόμασες υγροβιότοπο, γιατί αυτό ήθελες να κάμεις. “Να
δω έναν υγροβιότοπο τούτο το καλοκαίρι να δω τους φτερωτούς αγγέλους του νότου
να μαζώνονται, την ετοιμασία των μικρών πριν το μεγάλο τους ταξίδι” . Γεννιέσαι
σε έναν τόπο, ζεις την παιδικότητα με απλωμένα τα φτερά πάνω από άγνωστη
θάλασσα και μέσα στην πολυκοσμία του σμήνους είσαι μόνος κι εκεί που φτάνεις μόνος
πάλι βρίσκεσαι μέχρι να επιστρέψεις στον τόπο που γεννήθηκες είτε σαν αρχηγός είτε
σαν ακόλουθος αλλά και πάλι μόνος κάτι σαν τον άνθρωπο ομπρέλα .
Τα
κύματα του μεσημεριού δολοφονούν την αθωότητα που έπλασε με τόση χάρη το
ξημέρωμα και η νύχτα πριν , είναι μεταφορείς -εκτός από δολοφόνοι- και
καθαριστές αλλά συχνά καθορίζουν και την διάθεση της ματιάς , αν είναι ήπια και
ελαφρός βορινά έτσι με το πλάγιο βήμα τους που μοιάζει να σέρνει ένα αόρατο
αλέτρι ο άνεμος και να χαράζει αυλάκια για να σπείρει τον θυμό στο αλάτι
νομίζεις πως τα μάτια σου χορεύουν με τα στάχυα που θα φυτρώσουν έστω κι αν δεν
φυτρώσουν ποτέ.
Αλλά
εσύ ξέρεις πώς είναι εκεί και ο θυμός με το αλάτι κοιτάζουν βαθιά μέσα σου και κατά
έναν περίεργο τρόπο σε ηρεμούν γιατί
ξεχερσώνουν πρώτα τα μονόκλωνα φύκια όπως τα ζιζάνια το αλέτρι.
Τα
μεγάλα βουβά του νότου φέρνουν μαζί την νοσταλγία, κάτι που ανακατώνει όλον τον
βυθό αλλά και τον κρυφό σου κόσμο, διαβατές του νερού με ύπουλο χτύπημα, δεν
βλέπεις αφρό παρά μια ταραχή που μεγαλώνει διαρκώς μέχρι να σκάσει στον βράχο,
την προκυμαία, την παραλία, μέχρι να σε βρει κατάστηθα η αλμύρα και η σκόνη
της ερήμου και τότε ναι, νοιώθεις έρημος, σαν ίσκιος ομπρέλας, σαν άνθρωπος
ομπρέλα.
Στην
παραλία κοιμάται ένα μικρό παιδί, με ζωγραφισμένους βυθούς στα μάτια του ενώ τα
χέρια του είναι κοχύλια, ολόγυρα σπαρμένα λες τα χαλίκια , εκεί που δεν θα έπρεπε
να υπάρχει ούτε ένα , τι θέση έχουν τα χαλίκια στην άμμο πλάι στο μικρό παιδί
ποιός νους ανόσιος τα σπέρνει αντί να φτιάνει περιδέραιο με κοχύλια;
Καθώς
κοιμάται το παιδί, διαβαίνουν τα νερά οι κύκνοι, πάνω από τ’ άστρα των βλεφάρων
του σημαδεύουν τα Νότια κύματα, είναι οι ευχές που έπεσαν την νύχτα του Περσέα,
όταν εκείνος ξέχασε να μετρά τις αποστάσεις
Το
παιδί ανοίγει τα βλέφαρα κοιτά τους μαύρους κύκνους που δεν θα έπρεπε να είναι
εκεί όμως ξέρει πως δεν είναι κύκνοι αλλά αποστάτες, δάκρυα που παίρνουν την
νύχτα και την εναποθέτουν σε μια γοργονία. Γδύνει τα άστρα από τα βλέφαρα και γράφει
γράμματα στον ουρανό πως η απόσταση του Ήλιου απ την Σελήνη είναι όσο το
άνοιγμα μιας ομπρέλας. Όση κι η έκταση
των χεριών του ανθρώπου ομπρέλα. [mat]
![]() |
| Ματθαίος Ματθαιάδης κατηγορία [πεζό] |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







.jpg)




