Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κασσάνδρα Αλογοσκούφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κασσάνδρα Αλογοσκούφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

[Ανώφελα Δέντρα] της Κασσάνδρα Αλογοσκούφι ~ ΔΙΗΓΗΜΑ




της Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο ανώφελα δέντρα. Είχαν απλώσει μάλιστα τις αρίδες τους στους πιο κεντρικούς δρόμους –σ’ένα σταυροδρόμι- και καμώνονταν τους πολύξερους.

-Ξέρεις;

-Ναι ξέρω.

Έλεγαν σαν ηχώ ο ένας στα λόγια του άλλου. Κι όχι μόνο αυτό έστηναν αυτί στις κουβέντες των περαστικών. Και ακόμα χειρότερα και εδώ είναι και το ανήθικο της ιστορίας, τα δυο ανώφελα δέντρα έκλεβαν τα φύλλα των άλλων δέντρων και όταν ερχόντουσαν οι περαστικκοί να πάρουν έναν υπνάκο, τα ανώφελα δέντρα απλώναν τρομερά ριζίδια προεκτάσεις των κακόβουλων ριζών τους, αγκάλιαζαν το κεφάλι των κοιμωμένων και απομυζούσαν τα όνειρα και τις αναμνήσεις τους.

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που χάσαν κάθε μνήμη.

Ύστερα περιφέρονταν σαν ανώφελοι άνθρωποι δίχως μνήμη, πατρίδα και όνομα. Αυτοί οι άνθρωποι οι λεγόμενοι ανώφελοι άνθρωποι ή ξεριζωμένα δέντρα σκάρωναν την ίδια παρωδία σε όποιον έβρισκαν. Τρυπώναν στις πιο περίοπτες πολιτείες. Μαθαίναν γράμματα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν και καταλάμβαναν θέσεις πολιτικές, διοικητικές. Και σαν ερχόντουσαν άνθρωποι να ξαποστάσουν σιμά τους ή να τους ζητήσουν βοήθεια, εκείνοι λέγαν -οι ανώφελοι άνθρωποι δηλαδή:

-Στάσου μια στιγμή, ξεκουράσου ή ονειρέψου.

Τα θύματα εντελώς ανυποψίαστα ξεκουράζονταν, χαλάρωναν ή ονειρεύονταν κοντά τους, ενώ εκείνοι άπλωναν νοητά ριζίδια -τα ίδια ριζίδια που τους είχαν απλώσει τα ανώφελα δέντρα για να κλέψουν τις αναμνήσεις τους- κι έτσι τα ριζίδια των ανώφελων ανρώπων έκλεβαν τα όνειρα του κόσμου, των υπηκόων και πολιτών. Κι έτσι προέκυψαν οι ανώφελοι πολίτες και οι ανώφελοι κόσμοι.

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Το μάτι [Κ. Αλογοσκούφη]

[πεζό] της Κασσάνδρας Αλογοσκούφη

στην Εύα και στο υπόγειο με τους ταριχευμένους πίνακες 
Τη βάλαμε να ξαπλώσει σε ένα στενό κρεβάτι. Φόραγε το όμορφο κυριακάτικο φουστάνι της, μαύρο βελούδο με δαντελένιο άσπρο γιακά. Τέτοιο ντύσιμο ήταν κατάλληλο της περίστασης. Έδενε άλλωστε υπέροχα με τον ξύλινο περίγυρο του στενού κουτιού. Της έδεσα έναν κόκκινο-άσπρο Μάρτη στο χέρι για να μη φοβάται -μες στην Άνοιξη- το σκοτάδι και τη σκέπασα στοργικά με ένα λευκό σεντόνι.
Την προτελευταία φορά που την είδα τον Μάη του 87' –δέκα χρόνια πριν- κράταγε έναν δίσκο King Crimson στο στήθος σαν παπαρούνα. Είχε μιλήσει περίεργα για ακατάληπτα πράγματα. Χρησιμοποιούσε αργκό και το βλέμμα της μάλλον θολό έμοιαζε να συλλαμβάνει το περιβάλλον διαφορετικά από τα συνηθισμένα. Θυμάμαι με τι ενθουσιασμό περιέγραφε τα φανταστικά τοπία που θα την ταξίδευε το όπιο. Η παχύρευστη μάζα ευφυΐας λίγο ήθελε να ξεχειλίσει από το μυαλό της.
Είχε κάτι κονέ που θα της στέλνανε αγνό παρθένο stuff με μεταφορική εταιρεία από το Μπαγκλαντέζ. Μου έδειξε σε ένα σημειωματάριο τη διεύθυνση του γνωστού της και διαρκώς έτριβε το δεξί μάτι σαν να απειλούσε ο βολβός να ανθίσει ένα λουλούδι πόνου από κει μέσα. Προς το παρόν παπαρούνες μόνο από το Μπαγκλαντέζ, είπε και μου χάρισε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.
Αυτά συνέβησαν τότε. Από την ημέρα που την ξαπλώσαμε στο κρεβάτι ήμασταν ήσυχοι ότι δε θα ξανάμπλεκε σε τέτοιες ιστορίες. Δεν ήταν σε θέση άλλωστε να ξανασηκωθεί. Πως αλλιώς; Και μυστικά μέσα στο κρεβάτι της ένας ανθός αναδίπλωνε στο μάτι παρά την απουσία φωτός. Μεγάλωνε με απίστευτα αργούς ρυθμούς για τα δεδομένα της βοτανολογίας και κανένας παρά μόνο η ίδια γνώριζε ποια ήταν η πραγματική σημασία των μαύρων τριχιδίων που ξεπετάγονταν από το πρησμένο μάτι .
Όταν μετά από 2 χρόνια ανοίξαμε τον τάφο της. Τη βρήκαμε μπρούμυτα γυρισμένη. Την τραβήξαμε από το σάπιο ρούχο κα το κεφάλι της γύρισε με χάρη σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Είχε μείνει ίδια ακέραιη ομορφιά και μόνο στο μάτι είχε φυτρωμένη μια πελώρια παπαρούνα που κάπως την ασκήμιζε. Άγνωστο πως κατέπεσε ένας τέτοιος σπόρος μέσα στο κουτί. Δεν απορούσαμε βέβαια για την κουκλίστικη ομορφιά της. Ήταν ολοφάνερο. Τη συντήρησε η ψευδαίσθηση των ναρκωτικών...

δείτε όλη την παραγωγή: σοδειά τχ.14


ΤΟ ΜΑΤΙ [Mentjouk]

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

ΕΛΕΟΝΟΡΑ

[διήγημα]
ΕΛΕΟΝΟΡΑ
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΙ
της Κασσάνδρας Αλογοσκούφη

Πήρε το μαύρο καπέλο και έχωσε μέσα το κομμένο της κεφάλι. Βγήκε με προσοχή στον δρόμο, αφού φόρεσε το καπέλο με το κεφάλι. Στον δρόμο ψυχή, οι ένοπλοι ήταν αλλού, μπορούσε να βγει. Πέντε γέροι τσακώνονταν στο τέλος του δρόμου ποιος θα φάει από τα σκουπίδια. Πιαστήκανε στα χέρια και από τα χέρια τους έπεσαν σα σκουλήκια τα μακαρόνια. Χύθηκαν υγρά. Οι γέροι πέσανε χαμηλά για να φάνε σα σκυλιά. Η πείνα θέριζε ακόμα. Ύστερα πέρασε εκείνη. Τους είδε και δάκρυσε. Από τον κομμένο της λαιμό έσταξαν δάκρυα και από τα μάτια της αίμα. Στο κόσμο αυτό όλα ήταν ανάποδα. Πήρε το λεωφορείο και βγήκε στην πλούσια συνοικία των Βαρόνων. Εκεί, θα πουλούσε τις ιδέες της προς πέντε ευρώ εκάστη.
           Εκεί κυλούσε η ζωή όπως πριν τη λεπτή καταστροφή. Υπήρχε ακόμα μέλλον. Τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο με χαρούμενα πρόσωπα και γεμάτες σχολικές τσάντες. Στην πλατεία των πλουσίων ζευγάρια φιλιόντουσαν με πάθος και οδοκαθαριστές σεργιάνιζαν πάνω σε αυτόματα οχήματα καθαρισμού.. Οι άνθρωποι το πρωί πήγαιναν με τους χαρτοφύλακες τους για δουλειά. Όλα ήταν όπως παλιά. Τα αμάξια πηγαινοέρχονταν και γυναίκες ψώνιζαν τα καινούργια τους σύνολα. Όλα όπως παλιά. Το μόνο παράξενο ήταν ότι υπήρχε ένα τσίρκο και μέσα αντί για ζώα είχαν φέρει τα άγρια θηρία από τη συνοικία των φτωχών. Καταχρεωμένοι δούλοι, έγκυες, μωρά παραμορφωμένα από την ασιτία δίνανε παράσταση μέσα από γυάλινα κλουβιά και τα πλουσιόπαιδα με τις νταντάδες τους τα τάιζαν γαριδάκια και χάδια.
Στη συνοικία των πλουσίων η γυναίκα με το κομμένο κεφάλι και το καπέλο έβγαλε το τηλεκοντρόλ και σαν ένδειξη διαμαρτυρίας πάτησε το κουμπί μπροστά στην κεντρική πλατεία. Από το τεράστιο ιταλικό της καπέλο κύλησε ένα πελώριο πέπλο. Σκέπασε την πόλη των πλουσίων και ανάγκασε τους Βαρόνους να πενθήσουν τη γειτονική χώρα της πείνας. Την πόλη των πτωχών. Η ιδέα της Ελεονόρας ήταν να αφηγηθεί το τι πραγματικά συνέβη στη συνοικία της. Η τοπική αστυνομία τη συνέλαβε για προσβολή δημόσιας αιδούς. Και ενόσω την οδηγούσαν μέσα στο βαν, η φωνή της επαναλαμβανόταν άκρως διαπεραστική. Ξανά και ξανά:

             «80.000 άστεγοι. 5.000 νεκροί από τοξικά. 300 αυτοκτονίες. 300 βουλευτές και 10.000.000 τραπεζογραμμάτια. Νηστικοί φοιτητές. Μελανιασμένα παιδιά. Εκτρώσεις στα νοσοκομεία με 600 ευρώ. Το σημερινό Δελτίο Τύπου από τη συνοικία των πτωχών, Φεβρουάριος του 12’»

            Μέσα στο βαν η φωνή της σταμάτησε απότομα στο «νηστικοί φοιτ…». Ύστερα ακούστηκε μια λασπωμένη χαρακιά στον αέρα. Άνοιξε και έκλεισε απότομα η πίσω πόρτα απ' το βαν και κύλησε ένα κεφάλι στην άκρη του δρόμου. Πραγματικό κεφάλι αυτή τη φορά. Ήταν η Ελεονόρα δίχως σώμα. Κύλησε σαν βώλος και χάθηκε για πάντα στις μεγάλες τρύπες των υπονόμων. Αυτή η ενοχλητική φωνή της αλήθειας θα σώπαινε για πάντα.

“Madam Art and her Pious Lord”. Painting by Mentjouk
βιογραφικό
Η Κασσάνδρα Αλογοσκούφι είναι γεννημένη τον Ιούλη του 1982, με καταγωγή από το Κιάτο του Φιλύρα και το Χάνι της Γραβιάς. Έχει σπουδάσει Πληροφορική στην Αθήνα με μεταπτυχιακό πάνω στον ίδιο τομέα. Τα πρώτα θεμέλια ωστόσο μπήκαν με πολυετές σπουδές σε κλασσικό μπαλέτο, σύγχρονο χορό, μικρογλυπτική και ζωγραφική. Στον χώρο της λογοτεχνίας εμφανίστηκε με μυθιστόρημα, διήγημα, πρόζα και τώρα τελευταία η Κασσάνδρα Αλογοσκούφι έχει την χαρά να καταπιάνεται με το λεγόμενο μπονζάι διήγημα(very short short-story). Το 2005 το ΕΚΕΒΙ της χορήγησε υποτροφία διαμονής στην Πάρο σα νέο συγγραφικό ταλέντο. Το 2007 μπήκε στο Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος με διετή υποτροφία εργαστηρίων ποίησης κοντά στην Τ. Καραγεωργίου και Κ. Κουτσουρέλη. Το 2009 η ΠΕΛ και το Υπουργείο Παιδείας επέλεξαν την Κασσάνδρα Αλογοσκούφι για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στην αμφιλεγόμενη Μπιενάλε Νέων Δημιουργών στα Σκόπια όπου και έκανε experimental performance ανάγνωσης (a singing-reading writing) συνοδεία πρεσβείας και αστυνομίας σε Εκκλησιές που είχαν γίνει τζαμιά, μουσεία (BJCEM, 27 χώρες-700 καλλιτέχνες). Έχει βραβευτεί στο διήγημα απ' το περιοδικό Λογοτεχνικό Μπιστρό (κριτ. επιτροπή Δ. Σωτάκης). Ενώ πρόσφατα διακρίθηκε στον Μαραθώνιο Γραφής(8 συν 1) που διοργάνωσε το περιοδικό «Μετρόπολις» στα πλαίσια του Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης (Δεκέμβρης 2011). Γνωρίζει αγγλικά, φιλανδικά, γερμανικά, ιταλικά, νορβηγικά και πειραματίζεται στη συγγραφή σε άλλες γλώσσες(linguistic prism of literature). Έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις: Μονοδιάλογοι (Ash in Art, 2007), Mind the Gap(Ashin Art, 2011), Υπάρχουν Ποιητές/Μη Βία (Μαλλιάρης), Τετράδια του Ελπήνορα, κ.α. 
Έχει διακριθεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (Τσαγερί Ζώγια, Καφενείο των Ιδεών, Ένωση Κυπρίων Λογοτεχνών, Ιωνικού Συνδέσμου, Ίδρυμα Κουτσοχέρα, Αντίποδες, κ.α.). 
Συνεργάζεται με τα εξής λογοτεχνικά περιοδικά: Βακχικόν, Περί Γραφής, Σοδειά, Ρωγμές, Λογοτεχνικό Μπιστρό, Μετρόπολις, Φανταστική Λογοτεχνία, Μανδραγόρας,E-poema, Λυχνάρι, Νέα Εποχή. 

Μπορείτε να επισκεφτείτε τον διαδικτυακό της χώρο: 

Blogger templates


Blogger news