της Ευσταθίας Δήμου
Μια σειρά απρόβλεπτων συγκυριών με
έφερε, στην καρδιά της άνοιξης, Απρίλη μήνα, στο χωριό Ψάρι της Κεντρικής
Πελοποννήσου. Πρέπει να ξεκαθαρίσω απ’ την αρχή πως καμιά απολύτως σχέση δεν
έχω με το χωριό αυτό που μου είναι εντελώς άγνωστο. Ακόμα και η ονομασία του
είναι μια λέξη που δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ ότι χρησιμοποιείται για έναν
τόπο, και μάλιστα κατεξοχήν ορεινό. Επιπλέον, οι εικόνες, οι ήχοι, τα χρώματα
και τα αρώματα του χωριού αυτού είναι πράγματα πρωτοφανή σε μένα και δεν τα έχω
συναντήσει πουθενά μέχρι σήμερα σε όσα μέρη κι αν βρέθηκα. Το πράσινο βέβαια
δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο και μπορώ να πω πως το χρώμα αυτό κυριαρχούσε, μαζί
με της θάλασσας το μπλε, στο μέρος όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Για ευνόητους
λόγους δεν εγκατέλειψα ποτέ τη θάλασσα. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι όλα αυτά
που αντικρίζω σήμερα μου φαίνονται τελείως ξένα. Τα πελώρια δέντρα με τους χοντρούς,
σκληρούς κορμούς και τα μακριά κλαριά, τα δεκάδες μικρά πολύχρωμα λουλούδια με
τα μεθυστικά τους αρώματα και όλα αυτά τα περίεργα πουλιά που πετούν ψηλά στον
ουρανό πλημμυρίζοντάς τον με το μαγευτικό κελάηδημα τους, μου αποκαλύφθηκαν
εντελώς ξαφνικά μετά την αναγκαστική μου μετοικεσία στο μέρος αυτό. Το
κυριότερο όμως είναι ο αέρας που δεν σταματά να φυσά και να δίνει διαρκώς σχήμα
και καινούργια θέση σε ό, τι υπάρχει στον τόπο αυτό. Αν δεν ήταν αυτός ο αέρας
θα μπορούσα και να είχα συνηθίσει. Το κλίμα όμως δεν με σηκώνει. Μου λείπει η θάλασσα
και το λιμάνι. Δυστυχώς, πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορέσω να γυρίσω πάλι πίσω,
ειδικά στην κατάσταση που είμαι. Το χωριό βρίσκεται στην δυτική πλευρά του
ορεινού όγκου του Μαινάλου και είναι πραγματικά δύσκολο να φτάσει κανείς στην
πλησιέστερη ακτή. Ο δρόμος που οδηγεί μέχρι εδώ είναι μια στενή, φαγωμένη
άσφαλτος και μονάχα έμπειροι και επιδέξιοι οδηγοί φτάνουν στο μέρος για να
θαυμάσουν, μόνοι ή με παρέα, την ομορφιά του τοπίου. Πραγματικά, ο Αργύρης που
οδηγούσε το κλειστό ημιφορτηγό φαινόταν ότι είχε την εμπειρία του χώρου και ήξερε
πού και πώς να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς για ν’ αποφύγει τις αμέτρητες
λακκούβες που έκαναν το δρόμο να μοιάζει με οργωμένο χωράφι.


















