Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

[Σαν ασημένια] της Ευσταθίας Δήμου ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



 της Ευσταθίας Δήμου
Μια σειρά απρόβλεπτων συγκυριών με έφερε, στην καρδιά της άνοιξης, Απρίλη μήνα, στο χωριό Ψάρι της Κεντρικής Πελοποννήσου. Πρέπει να ξεκαθαρίσω απ’ την αρχή πως καμιά απολύτως σχέση δεν έχω με το χωριό αυτό που μου είναι εντελώς άγνωστο. Ακόμα και η ονομασία του είναι μια λέξη που δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ ότι χρησιμοποιείται για έναν τόπο, και μάλιστα κατεξοχήν ορεινό. Επιπλέον, οι εικόνες, οι ήχοι, τα χρώματα και τα αρώματα του χωριού αυτού είναι πράγματα πρωτοφανή σε μένα και δεν τα έχω συναντήσει πουθενά μέχρι σήμερα σε όσα μέρη κι αν βρέθηκα. Το πράσινο βέβαια δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο και μπορώ να πω πως το χρώμα αυτό κυριαρχούσε, μαζί με της θάλασσας το μπλε, στο μέρος όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Για ευνόητους λόγους δεν εγκατέλειψα ποτέ τη θάλασσα. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι όλα αυτά που αντικρίζω σήμερα μου φαίνονται τελείως ξένα. Τα πελώρια δέντρα με τους χοντρούς, σκληρούς κορμούς και τα μακριά κλαριά, τα δεκάδες μικρά πολύχρωμα λουλούδια με τα μεθυστικά τους αρώματα και όλα αυτά τα περίεργα πουλιά που πετούν ψηλά στον ουρανό πλημμυρίζοντάς τον με το μαγευτικό κελάηδημα τους, μου αποκαλύφθηκαν εντελώς ξαφνικά μετά την αναγκαστική μου μετοικεσία στο μέρος αυτό. Το κυριότερο όμως είναι ο αέρας που δεν σταματά να φυσά και να δίνει διαρκώς σχήμα και καινούργια θέση σε ό, τι υπάρχει στον τόπο αυτό. Αν δεν ήταν αυτός ο αέρας θα μπορούσα και να είχα συνηθίσει. Το κλίμα όμως δεν με σηκώνει. Μου λείπει η θάλασσα και το λιμάνι. Δυστυχώς, πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορέσω να γυρίσω πάλι πίσω, ειδικά στην κατάσταση που είμαι. Το χωριό βρίσκεται στην δυτική πλευρά του ορεινού όγκου του Μαινάλου και είναι πραγματικά δύσκολο να φτάσει κανείς στην πλησιέστερη ακτή. Ο δρόμος που οδηγεί μέχρι εδώ είναι μια στενή, φαγωμένη άσφαλτος και μονάχα έμπειροι και επιδέξιοι οδηγοί φτάνουν στο μέρος για να θαυμάσουν, μόνοι ή με παρέα, την ομορφιά του τοπίου. Πραγματικά, ο Αργύρης που οδηγούσε το κλειστό ημιφορτηγό φαινόταν ότι είχε την εμπειρία του χώρου και ήξερε πού και πώς να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς για ν’ αποφύγει τις αμέτρητες λακκούβες που έκαναν το δρόμο να μοιάζει με οργωμένο χωράφι.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

[Το χρέος] του Κώστα Κυριακίδη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ




του Κώστα Κυριακίδη

Απρόσμενη κι αδικαιολόγητη νοσταλγία. Στιγμιαίος αιφνίδιος τρόμος. Και μοναξιά. Αδυσώπητη, βασανιστική κι αναίτια μοναξιά. Κρύος ιδρώτας στο μέτωπο και στην ράχη. Ασυναίσθητη αρρυθμία στην αναπνοή. Κι ένας ελαφρύς, αδιόρατος πόνος πάνω από το στήθος…
            Περίεργες σκέψεις τριγυρίζουν στο μυαλό του Έκτορα. Εισχωρούν με βία μέσα στον εγκέφαλο του, απρόσκλητες, με περισσό θράσος. Δεν τις θέλει, αλλά αδυνατεί να τις απωθήσει. Η πόρτα του μυαλού δεν μπορεί να φτιαχτεί από υλικό υψίστης αντοχής άλλωστε και κανένας συναγερμός δεν υπάρχει για να σε προειδοποιήσει για τους εισβολείς. Κι έτσι οι σκέψεις μπαίνουν μέσα όποτε θέλουν, κόβουν βόλτες και σουλατσάρουν, για να φύγουν μόνο αφού λεηλατήσουν τα πάντα στο διάβα τους.
            Κοιτάζει την βροχή που πέφτει αδιάκοπα γλείφοντας το παράθυρο του σπιτιού του. Δεύτερη μέρα συνεχόμενης βροχής. Σήμερα είναι Κυριακή και δεν δουλεύει. Κι έτσι έχει τον χρόνο να παρατηρεί την βροχή, αυτό το ανοιξιάτικο πρωινό, την ώρα που χαράζει. Μια μέρα μόνο την βδομάδα θα μπορούσε να κοιμηθεί λίγο παραπάνω, αλλά και σήμερα, όπως και κάθε Κυριακή, ξύπνησε πολύ νωρίς, νωρίτερα απ’ όλους τους άλλους. Ίσως αυτές οι κυριακάτικες πρωινές στιγμές που περνάει μόνος του, παρέα με τον εαυτό του, για κάποιον μυστικό κι απροσδιόριστο λόγο, να του είναι πολύτιμες, πολύ περισσότερο από τον επιπλέον ύπνο που χρειάζεται ο οργανισμός του.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

[Ο δολοφόνος με το καλαμάκι] του Κωνσταντίνου Μακρή ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



βΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του ίδιου του συγγραφέα.

"Γεννήθηκα στην Λεμεσό της Κύπρου στις 27 του Οκτώβρη του 1982. Μεγάλωσα κι ανδρώθηκα στην ίδια πόλη. Με τη συγγραφή ήρθα πρώτη φορά σ' επαφή στα 14 μου, μέσω της ποίησης. Πρώτα μου ερεθίσματα τα ποιήματα της Λένας Παππά, κι αργότερα του Ανδρέα Εμπειρίκου, όπως αυτά μου δόθηκαν απ' τις υπέροχες μελοποιήσεις των Αδερφών Κατσιμίχα, κι έπειτα μέσα από την ανάγνωση των ίδιων των ποιητικών τους συλλογών. Στα 18, εξέδωσα την πρώτη μου συλλογή με τίτλο "Εφηβικοί Προσανατολισμοί" και στα 23, τον "Κήπο με τα ματωμένα άνθη" όντας φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησα από το Τμήμα Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με βαθμό "Λίαν Καλώς" και τώρα βρίσκομαι στο 2 έτος στην ειδικότητα της Συνθετικής Ψυχοθεραπείας, στο Κυπριακό Ινστιτούτο Ψυχοθεραπείας. Έξω εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές ιδίοις χρήμασοι, εκτός εμπορίου, καθως και μια νουβέλα με τον τίτλο "Εκχυλίσματα Πάθους". Επίσης, έχω στα συρτάρια μου, μια ολοκληρωμένη συλλογή διηγημάτων, ένα μεγάλης έκτασης μυθιστόρημα, κι ένα μυθιστορηματικό ημερολόγιο, ευελπιστώντας, πως κάποια στιγμή, θα δουν το φως της δημοσιότητας, φτάνοντας σε έντυπη μορφή, στο αναγνωστικό κοινό. "

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

[Ο κύκλος του νερού] του Βασίλη Παλαμάρα ~ ΔΙΗΓΗΜΑ

(παραβολή δωματίου για δυο μάτια κι ένα τσιγάρο)

 Το πέλαγος ανθίζει. Ύστερα, εξατμίζει τους σπόρους του πάνω απ' το αλάτι που παστώνει την υγρή του κρούστα, καθιστώντας τα ρευστά και τα αέρια, ευδιάκριτα. Λίγο πιο πάνω, μέσα στην διάφανη αιθέρια λάσπη, τα σύννεφα φυτρώνουν κι αλλάζουν αποχρώσεις, καθώς περνούν από το στάδιο του λευκού βρέφους στην ενηλικίωση. Έτσι αργά, ξεδιπλώνεται η σπείρα του κοσμικού λαβύρινθου μπροστά στα ατελή μας μάτια και γεννιέται ο Ορίζοντας για να πλεύσει εκείνος. Μια φαινομενικά παράταιρη κουκκίδα, πάνω σε μια σάπια, μπαλωμένη βάρκα. Ένα σιωπηλό, εγωκεντρικό ψεγάδι, σαν γρατσουνιά που απαγορεύει σε μια υπέροχη φωτογραφία να γίνει καρτ-ποστάλ. Κανείς δεν ξέρει αν ο ναυαγός πετά ή αν πνίγεται κι αν ο ιδρώτας του ενώνεται με την θάλασσα ή σκαρφαλώνει στον αέρα. Γνωρίζουμε όλοι όμως, κι ας παριστάνουμε τους ανήξερους, πως έτσι πρέπει να γεννηθεί για να είναι ικανός να χωθεί στα σπλάχνα μιας ιστορίας που δεν έπαψε ποτέ να συμβαίνει και πως θα ήταν άδικο για κάποιον ατάλαντο γραφιά, να την χωρέσει κάτω από ένα λάβαρο ή μέσα σ'  έναν και μόνο αιώνα ή ακόμα και στην ασφυκτική λιθόσφαιρα ενός και μόνο πλανήτη.

   Η βάρκα θα σφηνώσει στην άμμο. Η κουκκίδα πηδά έξω απ' τα σωθικά της κι αποκτά πέλματα που τσουρουφλίζονται απ' τους κόκκους της πολυαναμενόμενης ακτής. Αναφλέγεται κι απομένει μια ακαθόριστη λάμψη, ελεύθερη από περιγράμματα, κι αδύνατη να καθοριστεί από την χημεία που επιμένει να κατατάσσει την ζωή, ανάμεσα στις οργανικές ενώσεις των δοκιμαστικών της σωλήνων.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Συρταρωτά έπιπλα | ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

Του Κυριάκου Χαλκόπουλου

Είναι αλήθεια πως ήμουν πάρα πολύ προσεκτικός. Και εγώ καμιά φορά αναρωτήθηκα μήπως ο ίδιος ο πυρήνας των δυσκολιών που αντιμετώπισα συνδεόταν με την αφύσικη διστακτικότητα και καχυποψία μου, ότι, συνεπώς, αυτές δεν ήταν οι σύμμαχοι που πίστευα μα δυνάμεις αντλημένες από εμένα που στρατεύτηκαν προς επίρρωση ισχύος εχθρικής.

Έτσι πορεύτηκα σε αυτή τη ζωή, ως τώρα, δίχως ποτέ οριστικά να εγκαταλείπω τη μέριμνα και την προσήλωση να εξασφαλίζεται πάντοτε μια διέξοδος για εμένα, όσο στενή και αν ήταν, για το ενδεχόμενο όλοι μου οι υπολογισμοί να φανέρωναν μια απειλή εντελώς πραγματική...

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

[Μικρές σιχαμερές βδέλλες] της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



Ανέβηκα στο λεωφορείο χωρίς προορισμό.

Εκείνο το βράδυ είχα μια παράξενα ενοχλητική διάθεση που η μελαγχολική ατμόσφαιρα του φθινοπώρου την έκανε ανυπόφορη. Με εκνεύριζε ακόμη κι ο ήχος των πεσμένων κίτρινων φύλλων κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μου. Κάθε φορά που έσκυβα για να τα ξεκολλήσω, η χωμάτινη μυρωδιά της υγρασίας με έπνιγε, με ανάγκαζε να θέλω να ξεφύγω, να δραπετεύσω λες κι ήμουν φυλακισμένη σε μια αδιόρατη φυλακή, μια φυλακή που έπεσε ξαφνικά γύρω μου από ψηλά, όπως ένα ποτήρι εγκλωβίζει μια αβοήθητη αράχνη. Η απραγματοποίητη επιθυμία της θέλησης μου, φούντωνε έναν ανεξήγητο και πανούργο θυμό μέσα μου.

Είχα περπατήσει ήδη για αρκετή ώρα, επαναλαμβάνοντας την ίδια διαδικασία όσες φορές είχε χρειαστεί, όταν συνειδητοποίησα πως δεν θα γλίτωνα. Ο μόνος τρόπος να τα αποφύγω ήταν να εγκαταλείψω το δρόμο. Βρέθηκα στο σταθμό των λεωφορείων. Ένα από αυτά ετοιμαζόταν για αναχώρηση. 

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

[Ελάιζα] της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Άκουγε τον χτύπο της ξέφρενο μέχρι τα αυτιά του. Ήθελε να βγει από το στήθος του, να σπάσει το θώρακα και τα πλευρά που την κρατούσαν φυλακισμένη, να δραπετεύσει, να πεταχτεί με φόρα σκορπίζοντας αίμα στον αέρα, να καρφωθεί κάτω, στο χώμα, μπροστά στα πόδια της, μέχρι εκείνη να την μαζέψει με τα λευκά αλαβάστρινα χέρια της και με το απαλό τους άγγιγμα να σταματήσει την αγωνία της.
Ένας αλλόκοτος πυρετός τον αρρώστησε. Όσο εκείνη γλιστρούσε ανάμεσα στους πάγκους της αγοράς, αγγίζοντας υφάσματα κι ανθρώπους με τα μακριά της δάχτυλα, εκείνος την παρακολουθούσε πηδώντας από την μια σκιά στην άλλη.
«Στάσου» της πρόσταξε η ψυχή του δυνατά. Η κουκούλα της κάπας της έπεσε μαλακά προς τα πίσω φανερώνοντας τα στιλπνά καλοχτενισμένα πύρινα μαλλιά της. «Γύρνα…κοίταξε με…» την ικέτευσε πάλι η ίδια ψυχή του αιμορραγόντας από πόθο.
Η κοπέλα με μια αέρινη κίνηση στράφηκε προς το μέρος του. Δεν ήξερε πως κάποιος την κοιτάζει. Δεν ήξερε τι γύρισε να δει. Δεν ήξερε σε ποιο κάλεσμα ανταποκρίθηκε. Χαμογέλασε στο κενό μπροστά της και μαγικά όπως πριν, αποκάλυψε την ομορφιά της σε εκείνον για μια στιγμή μονάχα, ύστερα σηκώνοντας την κουκούλα της, την εξαφάνισε, την πήρε μακριά και χάθηκε βαδίζοντας αργά. Αυτή η ελάχιστη στιγμή του χρόνου, του έφτασε για να ρουφήξει την εικόνα της και να της επιτρέψει να τον κυριεύσει.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

[Το μυστήριο μέρος] του Κυριάκου Χαλκόπουλου ~ ΔΙΗΓΗΜΑ






 της έντυπης Σοδειάς τεύχος 19ο
Δε μου διαφεύγει βέβαια ότι είναι οξύμωρο 
να βρεθεί κάτι που μοιάζει με ακρόπρωρο, στο πιο κρυμμένο μέρος αυτού του χώρου όπου περιπλανιέμαι.
Εύλογα όμως τόσο καιρό δεν είχα ανακαλύψει εκείνη την περιοχή, αφού το μικρό στενό ανάμεσα στους τοίχους των κτιρίων όπου βαδίζω για να επιστρέψω στο σπίτι μου, παραμένει βυθισμένο στο σκοτάδι όσο ακόμα είναι κανείς μακριά από την ίδια την είσοδο του δικού μου κτίσματος. Το  αμυδρό φως που χαροπαλεύει πέρα από τη λάμπα πάνω από την πύλη, είναι αρκετό για να οδηγήσει κάποιον σε αυτήν οπότε μοιάζει υπερβολή να νοιαστεί κανείς για την ανεπάρκειά του να υποδείξει πως ο δεξιός τοίχος στην πραγματικότητα δεν είναι συνεχόμενος αλλά υπάρχει και σε εκείνον άλλος ένας διάδρομος.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

[Ο Παλιάτσος] της Θεοδώρας Τζόκα ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



                                                                                              της  Θεοδώρας Τζόκα


Ο  Κούκης ο Κωφάλαλος  - αυτό ήταν το καλλιτεχνικό του όνομα κι ας μην ήτανε κωφάλαλος - σκουπίζει τα δάκρυά του κι αρχίζει να βάφεται στο καμαρίνι του. Αν μπορεί  να λέγεται καμαρίνι αυτός ο μικρός καμπινές που ίσα-ίσα τον χωρούσε!

Κάθεται  στο σκαμνάκι του και βγάζει από τη μεγάλη, μαύρη τσάντα του τα σύνεργα της δουλειάς του: τις μπογιές και τις πούδρες, την κόκκινη μύτη και τα μεγάλα αυτιά, τη ροζ περούκα και τα τεράστια γυαλιά, τις πελώριες γραβάτες και τις  αστείες μπότες.  Όλα αγορασμένα με δικά του χρήματα.   «Θα σε προσλάβουμε με τα μισά του κατώτατου μισθού και τα σύνεργα της δουλειάς θα τα πληρώσεις όλα εσύ από την τσέπη σου. Και θα καθαρίζεις και το μαγαζί όταν κλείνουμε. Αν θες!  Αν πάλι δε θες, στο καλό να πας». Έτσι του είχανε πει τα δύο του αφεντικά όταν μπήκε μέσα στο μαγαζί τους αναζητώντας δουλειά. Τι να έλεγε κι εκείνος; Είχε μεγάλη ανάγκη. Ο σπιτονοικοκύρης του τον απειλούσε με  έξωση, το ρεύμα ήταν κομμένο εδώ και μια εβδομάδα και το ψυγείο σχεδόν άδειο.  Μόνο λίγα μακαρόνια υπήρχαν κι αυτά τα έτρωγαν χωρίς βούτυρο και τυρί. Σκέτα. Έξι στόματα είχε να ταΐσει και η γυναίκα του εδώ κι έξι μήνες ήταν κρεβατωμένη μετά από ένα ατύχημα που παραλίγο να τη στείλει στον άλλον τόπο, εκείνον τον δήθεν χλοερό και φωτεινό που περιμένει όλους μας. Και η μητέρα του; Η μητέρα του είχε να δει τον ουρανό με τ’ άστρα  πάνω από δέκα χρόνια όσο καιρό δηλαδή κουβαλούσε την καμπούρα της πάνω στη γερμένη πλάτη της. Η αλήθεια ήταν πως αυτή χρειαζόταν μεγαλύτερη βοήθεια από τα τρία του παιδιά που ακόμη δεν είχαν βγάλει το δημοτικό σχολείο. 

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

[Σάρλοτ Νιού] ~ Επιστημονικής Πραγματικότητας Διήγημα



This world I should kill
The world of the End
Rewind the people back from the dead



Η ιστορία έχει απόλυτη σχέση
με την πραγματικότητα


B.Gps Era

Ο αγαπητός Τσάρλι Κ., γνωστός ζητιάνος της οδού Βουκουρεστίου συνήθιζε να τριγυρνά τα αποτσίγαρα των πεζοδρομίων με την αριστερή παντόφλα του μαχαιρωμένη ακριβώς στο σημείο των ημίθεων. Κάποιοι τον έλεγαν Ο Μπίλι που Κουτσομπολεύει το Μέλλον, αργότερα – στις κατοχικές μέρες των GPS - τον είπαν απλώς προφήτη.
«Με ονόμασαν αρνητή της αδιαφορίας , κάποτε περιφερόμουν με το σχισμένο μου παπούτσι στα χέρια , ως προσφορά απαντήσεων .
Οι ερωτήσεις δεν τελειώνουν ποτέ , παραμερίζονται μόνο στην απαιτούμενη δικαιολογία της άγνοιας.

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

['Αδωνης και Αφροδίτη] του Κωνσταντίνου Μακρή ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



Ήτανε καλοκαίρι όταν την συνάντησα για πρώτη φορά. Φορούσε ένα γαλάζιο ανοικτό φόρεμα, και περπατούσε κατά μήκος της ακτής. Εκεί, δίπλα στα βράχια, κάτω απ’ τα λουτρά της θεάς, κατέβαινε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην παραλία, μα παρ’ όλες τις λουόμενες με τα μαγιό και τα κορμιά, τα ψημένα στον ήλιο και στην αρμύρα, ένιωθες, το έβλεπες, το μύριζες στον αέρα, πως ετούτη η ύπαρξη, ήταν ξεχωριστή. Στο πέρασμα της, σαν σε όνειρο, έβλεπα να ανθίζουν οι αγριοτριανταφυλλιές, και τα βαριά σύκα να στάζουν και να χύνουν το μέλι τους στο χώμα, κάνοντας την γη να στενάζει και να λιγώνεται στο πέρασμα της. Στα κοκκινόξανθα μακριά κυματιστά μαλλιά της, ένας ερωτευμένος, παθιάρης ήλιος κολλούσε σαν στεφάνι τα χείλη του. Και κείνα, φουντωμένα και ζεστά, ανέδιδαν το μεθυστικό τους άρωμα, που έφτανε στα ρουθούνια μου σαν πανδαισία οργασμικών  γαμετών της άνοιξης, που γυρεύουν θηλυκά λουλούδια να καρπίσουν. Το σώμα μου, αυτόματο, σαν να οδηγούνταν από μια αόρατη δύναμη που με έσπρωχνε απ’ τα βάθη του ενστίκτου, κινήθηκε μαγεμένο προς το μέρος της. Στο χέρι, κρατούσε μια πλεχτή τσάντα με αναπαραστάσεις δελφινιών, και φαίνονταν να την βαραίνει το περιεχόμενο της. Το πληθωρικό της στήθος, στέναζε απ’ το βάρος κι απ’ την κάψα του μεσημεριού.

Να σας βοηθήσω; Μού ‘φυγε  απ’ το στόμα η φωνή.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

[Ανώφελα Δέντρα] της Κασσάνδρα Αλογοσκούφι ~ ΔΙΗΓΗΜΑ




της Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο ανώφελα δέντρα. Είχαν απλώσει μάλιστα τις αρίδες τους στους πιο κεντρικούς δρόμους –σ’ένα σταυροδρόμι- και καμώνονταν τους πολύξερους.

-Ξέρεις;

-Ναι ξέρω.

Έλεγαν σαν ηχώ ο ένας στα λόγια του άλλου. Κι όχι μόνο αυτό έστηναν αυτί στις κουβέντες των περαστικών. Και ακόμα χειρότερα και εδώ είναι και το ανήθικο της ιστορίας, τα δυο ανώφελα δέντρα έκλεβαν τα φύλλα των άλλων δέντρων και όταν ερχόντουσαν οι περαστικκοί να πάρουν έναν υπνάκο, τα ανώφελα δέντρα απλώναν τρομερά ριζίδια προεκτάσεις των κακόβουλων ριζών τους, αγκάλιαζαν το κεφάλι των κοιμωμένων και απομυζούσαν τα όνειρα και τις αναμνήσεις τους.

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που χάσαν κάθε μνήμη.

Ύστερα περιφέρονταν σαν ανώφελοι άνθρωποι δίχως μνήμη, πατρίδα και όνομα. Αυτοί οι άνθρωποι οι λεγόμενοι ανώφελοι άνθρωποι ή ξεριζωμένα δέντρα σκάρωναν την ίδια παρωδία σε όποιον έβρισκαν. Τρυπώναν στις πιο περίοπτες πολιτείες. Μαθαίναν γράμματα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν και καταλάμβαναν θέσεις πολιτικές, διοικητικές. Και σαν ερχόντουσαν άνθρωποι να ξαποστάσουν σιμά τους ή να τους ζητήσουν βοήθεια, εκείνοι λέγαν -οι ανώφελοι άνθρωποι δηλαδή:

-Στάσου μια στιγμή, ξεκουράσου ή ονειρέψου.

Τα θύματα εντελώς ανυποψίαστα ξεκουράζονταν, χαλάρωναν ή ονειρεύονταν κοντά τους, ενώ εκείνοι άπλωναν νοητά ριζίδια -τα ίδια ριζίδια που τους είχαν απλώσει τα ανώφελα δέντρα για να κλέψουν τις αναμνήσεις τους- κι έτσι τα ριζίδια των ανώφελων ανρώπων έκλεβαν τα όνειρα του κόσμου, των υπηκόων και πολιτών. Κι έτσι προέκυψαν οι ανώφελοι πολίτες και οι ανώφελοι κόσμοι.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

[Μαύρος Πάγος] της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ


« Πού είμαι;» αναρωτήθηκε ο Τζόνι διακρίνοντας στην ίδια του τη σκέψη έναν τόνο βεβαιότητας, γι’ αυτό που ρωτούσε, εντελώς αταίριαστο με το πόσο χαμένος αισθανόταν· αν και αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα να μάθει ανοίγοντας τα μάτια του ήταν «ποιος είμαι;» αφού είχε χάσει οποιαδήποτε επαφή με το πνεύμα και το σώμα που τροφοδοτούσε τις σκέψεις του και τον ανάγκαζε ενστικτωδώς  ν’ αναρωτιέται το ποιος είναι χωρίς να έχει καμία ιδιαίτερη σημασία ούτε η ερώτηση αλλά ούτε και η απάντηση.
Κρύωνε. Κρύωνε πολύ. Αλλά αυτό δεν ήταν τόσο άσχημο όσο το σκοτάδι που τον περιέβαλλε. Σκοτάδι...; Όχι, αυτό δεν έμοιαζε καθόλου με ότι είχε μάθει μέχρι τώρα να περιγράφει με τη λέξη σκοτάδι. Ήταν κάτι πολύ πιο σκοτεινό και αδιαπέραστο. Βρισκόταν παντού γύρω του και δε φαινόταν να έχει αρχή και τέλος.

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

[Ένα μόνο φιλί] της Σ. Λιάτου ~ ΔΙΗΓΗΜΑ

της  Στέλλας Λιάτου


Η Francesca έστρωνε ξανά και ξανά τα μακριά της μαλλιά.

Νευρίαζε έτσι ατίθασα που ήταν. Τα έπλεκε η παραμάνα της σε χοντρές πλεξίδες πίσω από τα αυτιά. Κάθε βράδυ της  τα βούρτσιζε τραβώντας και πονώντας την, εκατό φορές. Τα άλειφε με μυρωδικά έλαια. Αλλά και πάλι, τίποτα. Πάντα κάποιες μπουκλίτσες ξεπηδούσαν ατίθασες, τις γαργαλούσαν τη μύτη έτσι που ο αέρας τις έφερνε μπροστά.

Μαντόνα μου, θα έρθει σε λίγο κι εγώ έχω τα  χάλια μου,
σκεφτόταν και δάγκωνε νευρικά το κάτω χείλος της.

Γιατί να με νοιάζει τόσο; Όχι, δεν πρέπει. Δεν ξέρω. Δεν…

Όχι, όχι, Δεν πρέπει!
Νευρικά πέρασε τις παλάμες της πάνω από τις πτυχές της μεταξωτής της φούστας σε ένα ρόδινο χρώμα που φορούσαν πολύ οι κυρίες της αυλής. Τόνιζε το λευκό του προσώπου της. Έτσι τουλάχιστον είπε κάποτε εκείνος.
Εκείνος. Με τα κατάμαυρα μάτια που έλαμπαν δαιμονικά μέσα στην νύχτα όταν νόμιζε ότι δεν τον παρατηρούσε.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

[Μετρώντας χαραυγές] της Μαρίας Ροδοπούλου ~ ΔΙΗΓΗΜΑ


"Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία" Ανδρέας Κάλβος

Ένιωσε το χάραμα να σέρνεται κάτω από το χοντρό πανί του πρόχειρου καταλύματος και το άρωμά της επιτέθηκε άμεσα στα ρουθούνια του. Ω ναι, την αισθανόταν την αυγή αρκετή ώρα πριν σηκώσει το φουστάνια της και φανερώσει το λαμπερό στρογγυλό κορμί της. Είχε αυτήν την μυρουδιά και τον υπόκωφο θόρυβο της γυναίκας που μόλις έχει ζευγαρώσει με τον κύρη της. Τέντωσε το κορμί του νωχελικά και χάιδεψε τα ζεστά καπούλια της γυναίκας του.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Αλλαγή χρόνου της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ


Τ-ι-κ τ-α-κ. Στο άκουσμα του στιγμιαίου ήχου, το αίμα κυκλοφόρησε ξανά στο σώμα του κι η καρδιά του συνέχισε να χτυπάει υπερβαίνοντας τη σιωπή που μεσολάβησε ανάμεσα στην παύση και την εκκίνηση του ρολογιού, ανάμεσα στο αυτί του και τα γρανάζια. Έσπρωξε το εκκρεμές πίσω στον τοίχο κλείνοντας το πορτάκι του μηχανισμού. Πήρε μια βαθιά ανάσα τρίβοντας τις παλάμες του μεταξύ τους, είπε στον εαυτό ότι πέρασε ο κίνδυνος και ξεκίνησε για την έφοδο.
 Από το σαλόνι πήγε κατευθείαν στην κουζίνα, ξεκρέμασε τον κούκο, τον ακροάστηκε, βεβαιώθηκε πως χτυπάει, τον έβαλε στην θέση του, δυο λεπτά ακόμα για να πάει ο δείκτης στο ακριβώς, κράτησε την αναπνοή του, κάρφωσε το βλέμμα του στην ώρα, περίμενε ˙ ο κούκος λάλησε δυνατά την ίδια στιγμή με τη βαριά καμπάνα του εκκρεμούς που σκέπασε τη φωνή του. -Ανάσα βαθιά- βγήκε από την κουζίνα, πήγε στο υπνοδωμάτιο, έπιασε στα χέρια του το ρολόι που ήταν στημένο πάνω στο γραφείο του, το άκουσε να κινεί τους δείκτες του, το έβαλε πίσω στη θέση του, περίμενε πάλι, έλεγξε την ώρα στο ρολόι του αριστερού του χεριού – ποτέ στο δεξί πάντα στη μεριά της καρδιάς να χτυπάνε μαζί- βεβαιώθηκε πως δείχνουν την ίδια ώρα, άφησε να φύγει από μέσα του ο συμπιεσμένος αέρας και πιο ήρεμος τώρα προχώρησε να ελέγξει τα υπόλοιπα ρολόγια του σπιτιού, ανοίγοντας συρτάρια, ντουλάπες και θήκες μέχρι να σιγουρευτεί απόλυτα πως όλα είναι εντάξει και να σωριαστεί έπειτα κατάκοπος στον καναπέ.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

[Η νυχτερίδα] της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ

Μια νυχτερίδα έδιωξε την νυχτερινή ησυχία καθώς άφησε ένα τσίριγμα για να ανοίξει τα φτερά της και να κρυφτεί από τη μία χαραμάδα στην άλλη. Το σκοτάδι σκέπαζε την βρωμιά αυτής της θλιβερής πόλης. Ήταν τόσο πυκνό που την έκανε να φαίνεται σχεδόν όμορφη. Η νυχτερίδα κρεμασμένη τώρα στο περβάζι ενός παραθύρου παρατηρούσε του άδειους δρόμους. Από εκεί ψηλά φαίνονταν όλα όσα δεν έπρεπε να φανούν. Μια παρέα ποντίκια ξεχύθηκε άτσαλα στο δρόμο κι ένα κουτσό και οστεώδες σκυλί που προσπαθούσε να τρέξει, έπεφτε από τη μια λακκούβα στην άλλη,  γεμίζοντας ακόμη περισσότερη λάσπη το τρίχωμα του.

Πίσω τους έρχονταν δύο άντρες. Ο ένας έτρεχε μπροστά από τον άλλο. Φορούσαν και οι δύο μακριές μαύρες κάπες που ανέμιζαν μαζί με τον αέρα. Η νυχτερίδα άφησε το λημέρι της και πέταξε από πάνω τους. Ο ρυθμός τους ήταν σχεδόν ο ίδιος. Ήχος δεν υπήρχε πουθενά. Σαν να έτρεχαν χωρίς να πατάνε στο έδαφος. Τα πρόσωπα τους άστραφταν λευκά μέσα στην απουσία του φωτός αυτής της πόλης. Το κυνηγητό έμοιαζε να συνεχίζεται εδώ και ώρα αλλά κανείς από τους δύο δεν έδειχνε να θέλει να σταματήσει να τρέχει. Ο προπορευόμενος άντρας είχε σταγόνες ιδρώτα στις άκρες από τις τούφες των μαλλιών του και η ανάσα του ακουγόταν δειλά λαχανιασμένη προσπαθώντας να μην προδώσει την κούραση του. Αυτός που τον ακολουθούσε είχε τα μάτια καρφωμένα μπροστά και οι άκρες από τα λεπτά και άκαμπτα χείλη του ήταν σηκωμένες δηλώνοντας απόλαυση.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ : [Η πόρτα στον τοίχο] της Φράνση Παπουτσάκη


της Φράνση Παπουτσάκη

Βιογραφικό


Η Φράνση Παπουτσάκη γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών στο τμήμα Κοινωνιολογίας, όπου έκανε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα “Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της αυτοκτονίας στον ελληνικό κινηματογράφο”. Έχει παρακολουθήσει σεμινάριο εγκληματολογίας με θέμα “Οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα από την προοπτική του παραλόγου κατά τον Α. Camus” και σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής με τον συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη. Διηγήματα της έχουν κυκλοφορήσει στο λογοτεχνικό περιοδικό “Κλεψύδρα”, στο λογοτεχνικό siteBOOKBAR”, στο περιοδικό φανταστικής λογοτεχνίας «Συμπαντικές διαδρομές», στην ανθολογία ιστορικής φαντασίας «Θύελλα στο Χρόνο» καθώς και  μεταφρασμένα διηγήματα σε ξένα περιοδικά . Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Η μάχη

Του Κυριάκου Χαλκόπουλου

ΣΟΔΕΙΑ 17 / σελ. 22
Για πολλά χρόνια είχα καταφέρει να φύγω μακριά από τη μάχη. Η ζωή που είχα οργανώσει, σε μια ανύποπτη γωνιά της μεγάλης πόλης, χαρακτηριζόταν από την ατονία και την επανάληψη. Η ατονία διαιώνιζε την απομάκρυνσή μου, η επανάληψη βελτίωνε ολοένα τους ρυθμούς με τους οποίους μπορούσα να ελέγχω ό, τι ακόμα και έτσι έφτανε ως εμένα από το ζοφερό παρελθόν.    Στηριγμένος σε ένα μικρό εισόδημα που είχε οριστεί από μια παλιά πρόνοια να μου επιδίδεται εις το διηνεκές, κατόρθωνα να διάγω δίχως τις τυμπανοκρουσίες μιας επιδεικτικής ζωής. 

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Το Ψωμί

Της Ματίνας Αναγνωστοπούλου

Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που κατέβηκε για βόλτα στην πλατεία. Η ανάρρωση του Τάκη έπαιρνε καιρό και, ενώ ήθελε να είναι συνεχώς κοντά του για να είναι σίγουρη ότι δε θα ‘ξανακυλήσει’, έφτασε μια στιγμή που η σιγουριά έγινε βάρος στο στέρνο. Ένιωσε την ανάγκη να βγει έστω για λίγο έξω, για έναν περίπατο. Βρήκε την ευκαιρία στο τοπικό φεστιβάλ για τον άρτο. Ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο.

Blogger templates


Blogger news