Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνικά φύλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνικά φύλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Στιγμές με τ' όνομα Κυριακή

[λογοτεχνικό φύλλο]
του Νίκου Κονδύλη

  Aυτή η μέρα, η μέρα αυτή της νιότης μας που ταξιδεύαμε στην φαντασία μας κατακτώντας κόσμους που δημιουργούσαμε εμείς. Ήταν εκείνη που πιο πολύ επιθυμούσαμε καθώς ήμασταν σε ένα μεσημεριανό τραπέζι καθισμένοι όλοι μαζί οικογενειακώς να τρώμε με κυρίως πιάτο την ιστορία του 20ου αιώνα, αυτήν την ίδια που σιχαθήκαμε το ίδιο παρελθοντικό φαγητό της καθώς συνοδευόταν με προσδοκίες για μάς που δεν μας αφορούσαν. Αλλά πάλι οποιαδήποτε μέρα και αν ήταν, αυτή του πρώτου ηλιόλουστου έρωτα δεν είχε άλλο όνομα από αυτής της ίδιας που νύχτα χωρίς φεγγάρι και άστρα στον ουρανό έσπασε η καρδιά μας αποκτώντας και εμείς το πρώτο μικρό παρελθόν μας.
Ξημέρωσε Δευτέρα και ανακαλύψαμε το μέλλον με τέτοιο τρόπο που νιώθαμε πρωτόπλαστοι. Κατασκευάσαμε τις ελπίδες μας δίνοντας τους ονόματα όπως Santa Maria και Αργώ, για να ταξιδέψουμε μέσα στην εβδομάδα και να χάσουμε το παρόν. Μέχρις ότου αγκυροβολήσουμε στο άχρονο πέλαγος της Κυριακής, με βροχή φθινοπώρου και να μυρίζει χώμα η κρεβατοκάμαρα που εκεί αγκαλιασμένοι κάτω από τα παπλώματα με την εμπειρία των συναισθημάτων μας μετά από μια Μαρία, έναν Χρήστο, Δημήτρη, Γεωργία, Σοφία, Βασιλική, να καπνίζουμε πίνοντας ζεστό καφέ, με αναμμένο το τζάκι το χειμώνα με φίλους ερχόμενους από άλλες πραγματικότητες από τις δικές μας που αποδεχθήκαμε, να πίνουμε και να τρώμε ο ένας από το πιάτο του άλλου, σε λιβάδια, αγρούς, βουνά θάλασσες, της άνοιξης να ανακαλύπτουμε την ομορφιά της γέννας της φύσης αλλά και της γέννησης μας, με πυρωμένα σώματα στο κάμα του καλοκαιριού να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στον πυρήνα της Γης και ότι δεν ξεχωρίζουμε, είμαστε ένα.
Ναι, δεν αναγνωρίζουμε άλλη μέρα από αυτή όταν τα παιδιά μας παίζουν στις δικές μας αγνώριστες αλάνες καθώς εμείς καθισμένοι στο σαλόνι, επιτέλους μπορούμε να ξεφυλλίσουμε ένα περιοδικό ή εφημερίδα, δεν είναι άλλη από αυτή την μέρα όταν σηκωνόμαστε από την κουνιστή καρέκλα δίπλα από το παράθυρο ξεκρεμώντας από το μυαλό μας το παρελθόν για να φτιάξουμε φαγητό για τα παιδιά και τα εγγόνια μας που περιμένουμε να έρθουν.
Όταν τα βλέφαρα θα μείνουν για πάντα ανοιχτά, αυτά που θα βλέπουμε από την ζωή μας όποια άλλη μέρα και αν ήταν, εμείς θα τις βλέπουμε σαν Κυριακές.


Νίκος Κονδύλης [σοδειά τχ.8]

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Το ντόμινο της Κρακοβίας

λογοτεχνικό φύλλο
του Πάνου Σταθόγιαννη

 Αρχίζοντας την παράστασή της, συνήθως είναι ευγενική (μια Βαλτική όλο χαμόγελα) να σε παραπλανήσει:"Βγάλε τον σκούφο σου και δώσ΄ μου το παλτό σου να το κρεμάσω."
Ακολουθεί η προετοιμασία για το παιγνίδι. Κάτι σαν μύηση - συμβολικό βάπτισμα με τρεις σταγόνες μύρο, ένα στεφάνι από κουδούνια στο λαιμό (κι εγώ ακίνητος, μην κουδουνίσουν και ξυπνήσω), χρυσός χαλκάς στη μύτη. Όλα ανώδυνα.
Τα επικίνδυνα αρχίζουν ύστερα, έτσι όπως στέκεσαι, έρημε, όρθιος και στολισμένος στο ημίφως των κεριών. "Είναι που κόψανε το ρεύμα", γελάει. "Δεν πιστεύω να φοβάσαι", γελάει. Σε γυροφέρνει όπως η αράχνη. Καθώς διπλώνει τους αόρατους ιστούς και κόβει τις κλωστίτσες με τα δόντια, ρωτάει αθώα:
"Ποιός βασιλιάς, πεθαίνοντας, είπε φωτιά με τέτοιον τρόπο, ώστε να του χαρίσουν ένα πανδοχείο στον παράδεισο;"
"Η20... Τι είναι νερό και πού κυλάει βαθύτερα;"
"Νομίζω ότι θα βρέξει αύριο. Θ΄ αρχίσεις πάλι να κουτσαίνεις;"
Πάντα εδώ λέω να τα παρατήσω, να σηκωθώ να φύγω, μπουχός να γίνω, να χαθώ. Πιάνει σαν το σκυλί τη μυρουδιά του φόβου μου στον αέρα, κι αρχίζει τα καλοπιάσματα:
"Άσε με να ξελασκάρω λιγο τις ραφές του κρανίου σου να δροσιστείς."
"Αν θέλεις, μπορώ να σου χαρίσω μία από τις σαλαμάντρες της μασχάλης μου." 
"Θα βγάλω και το τρίτο μου πουκάμισο για να με αγγίξεις πιο βαθειά."
Ύστερα, αλλάζοντας πάλι ύφος, περνώντας από τη λύπη στη συγκατάβαση, "Κουδουνίζουν τα αυτιά μου", λέει. "Κάποιος θα με θυμήθηκε. Κάποιος με μελετάει με καλό τώρα που παίζουμε." Και ξαπλώνοντας, "Έλα", διατάζει, "Η νύχτα πάντα είναι ευνοϊκή για όσους ξαστόχησαν και βολοδέρνουν."
Χάνω κι ετούτη την παρτίδα. Υποκύπτω. 
(Τα λέπια στο λαιμό της - τρυφερά νύχια νηπίου, και τα νωχελικά βυζιά της όλο λάδι. Τι ορυκτό αλάτι οι ώμοι της.) 


Αχ, μονάχα η γυναίκα η δική μου το ΄ξερε τούτο το παιγνίδι. Τόσον καιρό αδιάκοπα. Μιά Τρίτη, δύο νύχτες, τρεις Απρίληδες.



Κρακοβία, Απρίλιος του 1984.


Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Αλαζονεία

λογοτεχνικό φύλλο
του Γιάννη Τόλια
ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ Ι
ΠΡΟΣ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟΔΕΚΤΗ 

Εμού μη εξαιρουμένου

Είναι πνευματική ασθένεια η Αλαζονεία.
Δυστυχώς στο δικό μας καθρέφτη δεν παρουσιάζει κανένα παραμορφωτικό σύμπτωμα.
Μόνο στα μάτια των άλλων είναι ορατή η δυσμορφία.
Ιδιαιτέρως στους δημιουργούς η ασθένεια έχει αποκτήσει μορφή επιδημίας.
Το μικρόβιο το μεταδίδουν οι πλασματικές ευαρέσκειες για την ποιότητα
και την αξία μιας συγκεκριμένης γραφής.
Οι Επηρμένοι δημιουργοί έχουν την πεποίθηση ότι η πένα τους είναι από ανεκτίμητο
διαμάντι και θα ακτινοβολεί αιώνια, όταν χαράζει.
Έτσι για να εισπράξουν όσες περισσότερες ευαρέσκειες, δε δίνουν χρόνο ωρίμανσης
στη γραφή τους.
Θλίβομαι όταν διαπιστώνω ότι άνθρωποι που στο παρελθόν έχουν γράψει αξιόλογα, 
τώρα πάσχοντες από τη νόσο προσφέρουν μέτρια γραπτά. 
Αγνοούν -ή στην καλύτερη περίπτωση εθελοτυφλούν- αποδεχόμενοι την απονομή
ενός επαίνου που η αιτία του είναι είτε η κακώς εννοούμενη υποχρέωση 
είτε η απαίτηση της ανταπόδοσης.
Αν θέλεις να αποκτήσεις ένα σίγουρο εχθρό, απλώς να του αναφέρεις ότι πάσχει από Έπαρση. Ο υπερφίαλος είναι δύστροπος ασθενής. 
Δεν πιστεύει κανέναν.
Όταν κάποιος του υποδείξει ότι το μοναδικό αντίδοτο είναι η ταπεινότητα
έχει την πεποίθηση ότι τον ζηλεύει ή τον φθονεί.
Τέλος ας γνωρίζουμε ότι η εκτίμηση που απευθύνεται στο πρόσωπό μας
αξιολογείται από το ειδικό βάρος γνώσης και αίσθησης που αντικειμενικά διαθέτει
αυτός που την καταθέτει.
Όταν επιβραβεύεις κάτι που δεν αφήνει 
συγκλονιστική επίγευση στις αισθήσεις σου
απαξιώνεις τον ίδιο το Λόγο και δίνεις το δικαίωμα στους τρίτους παρατηρητές 
με λύπη να το διαπιστώσουν.



ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΙΙ
Ο αλαζόνας υπερεκτιμά τον εαυτό του και τις ικανότητές του.
Επιζητά ακροατήριο χειροκροτητών.
Στην αυλή του ευδοκιμούν μόνο τα παρασιτικά φυτά της κολακείας.
Είναι αμφίδρομη η εξάρτηση μεταξύ ενός φυγόπονου δημιουργού
και ενός αδέξιου αναγνώστη.
Ο ένας, ζητάει απεγνωσμένα στήριγμα ανέλιξης από τον άλλον.
Η γραφή όμως δεν είναι χέρσο περιβόλι. Είναι ανθώνας που απαιτεί κόπο και φροντίδα για να σου επιτρέψει να δρέψεις τα αρώματα και τα χρώματα των λέξεων.



Υ.Γ. 1
Αλαζονείας ούτις εκφεύγει δίκην 
Μένανδρος
(Δεν μπορεί κανένας να αποφύγει την τιμωρία για την αλαζονεία του) 



«Η αλαζονεία προγευματίζει με την αφθονία, γευματίζει με τη φτώχεια και δειπνεί με την ντροπή και την περιφρόνηση» 
Γαλλική Παροιμία



Υ.Γ 2  «Η Αλαζονεία θεωρείται ως η μητέρα όλων των αμαρτιών»

__________________________________________________________


Ο Γιάννης Τόλιας γεννήθηκε στην Πάτρα.
Ζει και εργάζεται στην ίδια πόλη
ως ανειδίκευτος της εκτροφής ωδικών λέξεων.

Για τη συλλογή του « Ονειρόδραμα »
Τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης από τη Στέγη Καλών Τεχνών & Γραμμάτων
για βιβλία που εκδόθηκαν το 1984 στην επαρχία. 

Έργα του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά
και περιλαμβάνονται σε ανθολογίες.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γαλλικά.


Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Lunacy

λογοτεχνικό φύλλο
της Μαρίας Ροδοπούλου

Σήμερα μάζεψα 3 ματσάκια φρέζες δίπλα από τον παλιό σκουριασμένο βόθρο. Τώρα πια η πόλη που κατοικώ λέγεται Lunacy αλλά ακόμα και αυτό το ίδιο της το όνομα δεν δίνει καμιά ανακούφιση πλέον.
Πόσα χρόνια πάνε που η όσφρηση και η όραση ήταν ευλογημένες αισθήσεις. Η αφή ολοκλήρωνε την αγάπη και ό,τι γεννιόταν όσο ατελές κι αν σήμερα θα φαινόταν, ήταν ζυμωμένο με αλήθεια, μόχθο και δάκρυ.
Περνώ από τα ίδια μέρη αλλά μου φαίνονται ξένης γης παιδιά. Εκεί που μόνο αμπέλια τσάκωνε η μακρινή σου όραση και ελιές μάνες στοργικές όχι μόνο των δικών της καρπών αλλά και των σάρκινων τέκνων της φύσης, τώρα μόνο τσιμέντο, καμένη άσφαλτος και ταχύτητα επιβίωσης. Και λέγανε εμάς τότε φτωχούς οι δύστυχοι χρυσοδάκτυλοι. Θάλασσες που κοσμούν οι μαύρες σακούλες με γλάρους θρεμμένους με τα σκουπίδια της κατανάλωσης ξαπλώστρες ρυπαρές από λαδωμένα κορμιά και κύματα που σκάνε σε μια ανέλπιδη στεριά. Και έχουν μετά το θράσος να με ρωτάνε γιατί τρυπιέμαι...
Εάν δεν δώσεις στο δηλητήριο έξοδο, συστατικό του θα γίνεις, απαντώ.
Αλλά αυτοί σε πεύκο νεογέννητο λευκό σκισμένο εσώρουχο γέροντα κρεμάνε - σήμα ανακωχής ζωής. Συμμαχία σύναψαν με το πλησιέστερο γραφείο κηδειών. Στέψαμε τον εφιάλτη αυτοκράτορα. Αυτοκίνητα με πρόσωπα αλλοιωμένα από τους ρυθμούς αχόρταγης μαινάδας – όπου και να πήγα όπου και αν ψυχή ξαπόστασα την ίδια κατηφόρα αντίκρισα σαν να ‘παψε ξαφνικά ο πλανήτης να είναι ποικιλόμορφος πολύ-επίπεδος και το μόνο που αναγνωρίζεις πια είναι ό, τι ανοίγεται κάτω από τα πόδια σου. Οι ουρανοί γκρίζοι τσαλακωμένοι χάρτες λιγδιασμένοι άπληστων ματιών και οι φωνές τους ξέμακρες και λιγωμένες από την τρυφερή αηδία της εικονικής ανθρωπιάς. Πινέζες και απλά σημάδια σε επίπεδη υδρόγειο.
Και κάποιοι ξεχασμένοι στην άκρη θρηνούν για ό ,τι έχασαν ενώ ξέρουν ότι ποτέ δικό τους δεν ήταν. Τους βλέπεις.
Σπασμένες πινακίδες σκόρπια κομμάτια δεξιά και αριστερά των επώνυμων δρόμων. Παλεύουν να σηκώσουν στόμα σε απρόσωπο σώμα. Αγωνίζονται να γίνουν επιβάτες των Όριεντ Εξπρές διάσημων σεντονιών. Άφυλοι Ερωμένοι της ματαιοδοξίας. Σβήνουν ανθρώπους στα γερασμένα τασάκια φιλοδοξιών. Και μετά συρράπτουν τα κλεμμένα στην ακαλλιέργητη γλώσσα τους, τυμβωρύχοι με λευκές παλάμες διεκδικούν δάκτυλα καμένα και ποζάρουν ως υψηλής ποιότητας προϊόντα άνευ ημερομηνίας λήξης. Πληγιασμένες γάζες που πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας ως αχρησιμοποίητες σερβιέτες συγκράτησης ονείρων. Ακράτεια τρόμου έχουν όμως τα φαρμακεία της γενιάς μας. Χαϊδεύονται στους στύλους ανέγερσης νεκρών. Αυνανίζονται με ό, τι απέμεινε πρόχειρο σε μια μνήμη λανθάνουσα. Με ένα σιρόπι αποχαιρετούν τον πόνο και με ένα προφυλακτικό δέχονται την Νέα Εποχή.
Με χειροκροτούν όταν βλασφημώ τα χέρια τους και όταν βιάζω τα σάπια κυήματα της στείρας  μήτρας τους. Στρώνουν τραπέζια πάνω στο παχύ στρώμα καυσαερίου. Το φαγητό τους αποτεφρωμένη σάρκα από τα ακριβά εμπορικά κέντρα φτηνής εξόρυξης εργασίας.
The Image, baby, is important and fuck the rest. I have seen more sincere crocodile’s tears than those of some people.
Όλοι οι μύθοι τελείωσαν ξαφνικά σαν τα κουπόνια που ποτέ δεν εξαργυρώνεις στο σούπερ μάρκετ. Κάποια στιγμή παύουν να ισχύουν.
Ούτε μια κόλαση έστω και συσκευασμένη δεν μας έχει απομείνει να ελπίζουμε. 

από τη συλλογή διηγημάτων "Δαιμόνων Μαζώματα Θεών Σκορπίσματα", Ιούλιος 2010.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Συνώνυμες λέξεις

λογοτεχνικό φύλλο
φωτ. Άγ. Νικήτας - Κύπρος
του Μπατίστα Μαλαματένιου

Σε ετούτο το βράχο η ζωή είναι ένα σύντομο ερωτικό κυνηγητό. Ένας ισότιμος διάλογος ερωτευμένων που τρέχουν ξυπόλυτοι πάνω στις καυτές από τον μεσημεριανό ήλιο ψαρόπλακες.  
«Δε θέλω τίποτα από σένα, μόνο να μ’ αγαπάς» φωνάζει εκείνη και χασκογελά ενώ κυλάει επιπόλαια τις γυμνές της πατούσες πάνω στο λιοπύρι. 
«Θα σου δώσω τα πάντα» απαντάει εκείνος και την αφήνει εσκεμμένα να του ξεφύγει για να κρατήσει το παιχνίδι αυτό μια αιωνιότητα ή έστω λίγο ακόμα, λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος. 



Το «τίποτα» και τα «πάντα».
Τούτες τις λέξεις μας επιτρέπεται να τις κουβεντιάζουμε μονάχα γιατί αντέχουμε να συνυπάρχουμε με τη θάλασσα και το βράχο.
Αδύνατα κορμιά, στεγνωμένα απ’ τον ήλιο και την αλμύρα, σώματα θυσία στην Αλκυόνη και τον Κύηκα.  Βουτούν στο κύμα, μπλέκονται με το θαλασσί, απολαμβάνουν τη ψευδαίσθηση ότι κατέχουν το απέραντο.

«Εκείνος»
Δε θα γυρέψω τίποτα από το κύμα, μόνο να σε ξαφνιάζει την αυγή για να ξυπνάς. Λίγο πριν χαράξει. Για να προφτάσω σου να φέρω πεσκέσι την ανατολή.
Έχεις δει ποτέ την ανατολή;
Τόσα μπαχάρια και βιολέτες, τόσο πορφυρό και ρόδινο, μόνο τότε μπορεί να χωρέσει ο ουρανός.
Να την εισπνέεις την ανατολή, να την χορεύεις με τα σπλάχνα σου και έπειτα να την ελευθερώνεις γιατί δεν αντέχει ούτε τη φυλακή της καρδιάς σου.  

«Εκείνη»
Κάθε μήνας για εμάς θα είναι «τραπεζοφόρος».
Μη μου θυμώσεις που το διάλεξα μόνη.
Σεντόνι μεταξωτό, στρωμένο σε σιδερένιο κρεβάτι που το τσαλακώνει το μελτέμι είναι ο Αύγουστος.
Κρεβάτι με κλειδώσεις σκουριασμένες ικανές να διακορέψουν τον ύπνο μας.

Και η θάλασσα και η άμμος και ο ήλιος και το φεγγάρι και τα σταφύλια, μικραίνουν σιβυλλικά  τον Αύγουστο. Γίνονται γλυκίσματα που χωρούν στις τσέπες σου.
Έλα να με τρατάρεις.
Κι εγώ θα ξαφνιστώ!

Το «τίποτα» και τα «πάντα».
Μια μικρή σπηλιά ασήμαντη, άνοιγμα  της στεριάς συνηθισμένο… βάλθηκε να χωρέσει μέσα στα σωθικά της ένα Σταυρό και μια Ανάσταση.
Ακόμα κι ο ασβέστης και τα γιασεμιά στη γλάστρα και τα θαλασσόδεντρα φέρνουν παράταιρα πλάι σε τούτο τον αρραβώνα που τον βλογούν κάθε αυγή τα φύκια και οι γλάροι.
Σχισμή της γης ακατέργαστη, μοιάζει με εκείνη που πυριάζει μέσα της τη ζωή.
Εκείνη που σάστισε, εκείνη που πάσχισε, εκείνη που θρήνησε την αγαλλίαση, εκείνη που τόλμησε να υπάρξει συνυπάρχοντας δίχως να αξιώσει τίποτα, ούτε καν από γυναίκα να γίνει μάνα.
Κι εκείνος αμίλητος, μπογιατισμένη σκιά πάνω στη σάρκα της, μπλέκει βασκανίες και θυμάρι πάνω στα μαλλιά της για να τη σώσει. 

εντύπως: σοδειά#9

Blogger templates


Blogger news