Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

[Ακριτική Ποίηση] ~ ΔΟΚΙΜΙΟ

Ποιοι ήταν οι ακρίτες

Το μυστικό της γοητείας και της δύναμης κάθε μεγάλης ποίησης βρίσκεται στην πραγματικότητα της ζωής που εκφράζεται μέσα από αυτήν. Και αυτή η ζωή είναι εξίσου αλήθεια και όνειρο, ιστορικό συμβεβηκός και ανθρώπινο πάθος. Κι αν αυτό το συναντάς στην προσωπική, ατομική ποίηση, συμβαίνει πολύ περισσότερο στην ανώνυμη ποίηση που είναι επική δημιουργία των λαών.

Η λέξη Ακρίτης αναφέρεται για πρώτη φορά στο έργο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου «Περί Βασιλείου Τάξεως» (10ος αιώνας). Εκεί σαν Ακρίτες θεωρούνται οι στρατιώτες των ακριτικών θεμάτων. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την βυζαντινή λέξη ‘άκραι’ ή ‘άκρα’ που δηλώνει το σύνορο. Αλλά αν η λέξη αναφέρεται για πρώτη φορά στα χρόνια των Μακεδόνων, οι Ακρίτες έχουν την αρχή τους στην στρατιωτική οργάνωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

ΔΟΚΙΜΙΟ : [Η συνειδητοποίηση της έννοιας "Ανατολή" από την Ευρώπη] του Γ.Σχορετσανίτη


 “A journey of a thousand miles must begin

 with a single step” 

                                                                 Lao Tzu
 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

       

   
Ο εξωτισμός, ο εξωτικός, είναι λέξεις συνώνυμες της Μέσης Ανατολής τουλάχιστον για τους προηγούμενους δύο αιώνες. Τα χαρέμια και οι αμέτρητοι μύθοι που τα συνόδευαν, τα καλά κρυμμένα πρόσωπα και χαρίσματα των γυναικών που θύμιζαν μόνο υπόσχεση και τίποτα παραπάνω, τα εκπληκτικής μορφής, σχεδίων,  μεγέθους, τεχνοτροπίας  και διακόσμησης τζαμιά στο κέντρο της κάθε μιας παλιάς πόλης, τα στενοσόκακα μέσα στα οποία οι ντόπιοι ένοιωθαν άνετα  αλλά ο ξένος χανόταν, οι ψηλοί και σουβλεροί μιναρέδες με κατεύθυνση το Θείο, οι γητευτές επικίνδυνων φιδιών σε  δημόσια θέα στη μέση των δρόμων κυριολεκτικά, τα  ανατολίτικα παζάρια με την πρωτοτυπία, πολυκοσμία και πολυχρωμία τους, η έντονη μυρωδιά των μπαχαριών που γέμιζε τον αέρα, τα καραβάνια με τους σκληροτράχηλους βεδουίνους και τις φορτωμένες καμήλες, οι περιγραφές των οάσεων μέσα στην αφιλόξενη έρημο, η χαλαρότητα και η ελευθερία  στο ντύσιμο των αντρών με τις κελεμπίες και τα τουρμπάνια, πέρα μακρυά από τα στερεότυπα της ‘καθώς πρέπει’ Ευρωπαϊκής ηπείρου, την απελευθέρωση των κατοίκων από τα σφιχτά και πιεστικά πλαίσια του χρόνου και του ωραρίου, ασκούσαν κάποια μαγεία, μια έλξη που δεν ήταν βεβαίως και τόσο δύσκολο να εξηγηθεί, στους κατοίκους της συντηρητικής ηπείρου με τον ακραίο ρατσισμό και σνομπισμό που τους χαρακτήριζε απέναντι στους λαούς των άλλων ηπείρων! 

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕ ΦΟΒΟΤΑΝ

[δοκίμιο] του Απόστολου Θηβαίου
Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ [Τάκης Σινόπουλος - Μίλτος Σαχτούρης]

«Μακριά στον ορίζοντα, γίνεται ένα ναυάγιο, είναι πολύ μακριά
Και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους...»

Πρόκειται για μια ευθεία παραβίαση της μοναξιάς. Εδώ μιλούμε λοιπόν για το χώρο και το χρόνο, εκείνον που εξελίσσεται πέρα και έξω από εμάς τους ίδιους. Παρατηρητής, δίχως καμιά ευθύνη, δίχως δράση και ακμή ενδιαφέροντος, ο ποιητής στέκει στο προσωπικό καταφύγιο. Η αδυναμία του να διακρίνει τα γεγονότα δεν πρόκειται να μειώσει την ένταση του γεγονότος. Σε λίγο οι εξελίξεις θα αφορούν εκείνον τον ίδιο, η επιρροή τους θα είναι το ίδιο ή και περισσότερο σκληρή, τραχιά με την έννοια ενός άγριου  εδάφους, μιας περιοχής με ογκώδεις πέτρες, με απόκρημνες ακτές, μιας αφιλόξενης γης. Οι πνιγμένοι, η λύπη της απώλειας επρόκειτο να καταστεί μια αυστήρα ιδιωτική υπόθεση. Η οδύνη, και εκείνη στυγνή, δεν συνιστά παρά μια υποχρεωτική συνέπεια των γεγονότων. Ο ποιητής, που είναι ένα πρόσωπο τραγικό, πέρα από τον κόσμο, πλάι στα παιδιά και τους ήρωες διαβλέπει την εξέλιξη, η δυσμένειά της αποτελεί ένα αντικείμενο εξοικείωσης για τον ίδιο. Ο στιχουργός δεν φοβάται, δεν διστάζει. Ναυάγια λαμβάνουν χώρα σε όλα τα μήκη και πλάτη του χώρου και του χρόνου. Η αναφορά στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο εξυπηρετεί την έκφραση των υποννοουμένων, τη συμβολίζει, την εννοεί, η τάξη των πραγμάτων, η σκηνοθεσία του θανάτου όμοια για κάθε περίπτωση, για κάθε ανθρώπινο δράμα. Ο θάνατος, με την τραγικότητά του στέκει πάντα υψηλότερα από την ελπίδα και ο ποιητής το γνωρίζει καλά, το αισθάνεται, καθώς ο χρόνος μετρά με φορά ανάποδη, καθώς «ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια.»

«...κι αλίμονο ξέρουμε τους πνιγμένους, καθώς και του φίλους
Και τους συγγενείς που τους θρηνούν.»

Υφίσταται μια υπόννοια. Ο θάνατος ενυπάρχει, εμπεριέχεται. Όμως η ποιητική περιοχή δείχνει να ξεπερνά τούτο το εμπόδιο. Πορεύεται, εξελίσσεται, ακμάζει και κραυγάζει μες στον πραγματικό κόσμο, τίποτα δεν την εμποδίζει από το να δημιουργήσει έναν χώρο ευρύ, μες στον οποίο χωρούν οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι ιδέες και τα γεννήματά τους, τα αισθήματα. Πόση οξύτητα, πόσος εφιάλτης χωρά στην ποίηση το γνωρίζουν οι καταρραμένοι, όσοι παραδόθηκαν κάποτε στην κορυφαία ένταση ενός ολοκληρωμένου έργου και έπειτα θυμούνται αυτήν την ιστορία τις ώρες της επικίνδυνης μετριότητας. Οι «διάβολοι», τα «σκυλιά» που αλληλοσπαράζονται. Μες σε τόση μοναξιά, μες στο αστικό πεδίο, η μοναξιά κερδίζεται, κατακτάται, προστατεύεται καθώς τα άχρηστα τιμαλφή των φημισμένων οικογενειών. Με πόσες όψεις μπορεί ο άνθρωπος να φανεί, με πόσες ταυτότητες μπορεί να σταθεί εμπρός στο περιβάλλον του ο άνθρωπος, με πόσες όψεις μπορεί να αποδοκιμάσει πράγματα ταπεινά ή πάλι να αρνηθεί με έπαρση να διαπράξει εγκλήματα, όπως το χειροκρότημα της φωτιάς και άλλα τέτοια, σπάνια, εντατικά πράγματα.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης σημειώνει, μιλώντας για την ποιητική ανθρωπολογία του δημιουργού: «Η ανθρωπολογία αυτή, πέρα από τη χρωματική της παράλλαξη παρουσιάζει αξιοπρόσεκτους, πρόσθετους χαρακτηρισμούς οι οποίοι και επιτάσσονται: κυριαρχούν τα προσηγορικά ουσιαστικά, τα οποία καλύπτουν την έννοια «άνθρωπος» στις διάφορες μεταφυσικές εκδοχές της. Άγγελος, αγορί, κόρη, μητέρα, νεκρός, πονεμένη, φάντασμα...» Κάθε όρος λοιπόν, δεν περιγράφει παρά τη σύγχρονη όψη του ανθρώπου, την τραγικότητά του, τη βαριά ήττα απέναντι στο φάσμα της οριστικής απώλειας, όποια και αν είναι η απαιτούμενη μετάλλαξη. Ο ποιητής με διάθεση σκωπτική, διακρίνεται, συνιστά το μόνο, ανθρώπινο όρο, τον τελευταίο ας πούμε άνθρωπο του κόσμου. Επιλέγει το θάνατο ο ποιητής, ως καταρραμένος επιζών. Οι νεκροί αποτελούν  μια μέριμνα. Ή μια απειλή. Σε κάθε περίπτωση ο στιχουργός διατηρεί την πεποίθηση πως μες στα όρια της πόλης υπάρχει ζωή και θάνατος και τούτα πορεύονται αντάμα, διατηρώντας μια θαυμαστή ισορροπία. Η θέση του νερού μες σε αυτόν τον τρόπο, μες στον κυνισμό η θέση του νερού κρατεί ως μόνη αξιοπρέπεια, ως μοναδική λύτρωση τη φθινοπωρινή βροχή. Μες στο εφιαλτικό πεδίο του σύγχρονου περιβάλλοντος, το τοπίο αποκτά τις σημασίες του Ιερώνυμου Μπος. Η τεχνοτροπία του Μπόντσογλου στη Νέκυιά του εξαπλώνεται θαρρείς σε όλη την έκταση του ποιητικού τοπίου, πέρα από τις μορφές. Τίποτα ανεξάρτητο και αυτόνομο, μες στον κόσμο και ο θάνατος στενά δεμένος με τη ζωή, με τη συνέχεια, με μια αντίστροφη άνοδο, μια άνοδο ψυχική, καθαρτική.

«αυξήθηκαν τα ασφάλιστρα,
Αυξήθηκαν οι βενζίνες
Προσέχετε του νεκρούς!
Και τώρα άρχισε νε πέφτει η βροχή.»

Τώρα που σπάσαν οι ζυγαριές, που πέσαν τα φτερά των παγονιών και εφάπτονται άνθρωποι αγήρτες εντός του τοιχείου των στοών, τώρα που «άρχισε να πέφτει η βροχή», την ώρα που το πεδίο ησυχάζει και αναλώνεται, εξαντλείται μες στην εμπεδωμένη δευτερύουσα σημασία, ο ποιητής ενδύεται το μεταφυσικό του ρόλο. Εξέρχεται κήρυκας πορφυρός, πλησιάζει με τις βάρκες μες σε καπνούς, διαβάζει τα πηγάδια και άλλα τέτοια πράγματα δυναμικά μα αδιάφορα. Ίσως έτσι να ερμηνεύεται ως μια παρατυπία του τοπίου η «μαύρη πεταλούδα»  του Πόρου. Η μοναδική της παρουσία, ένα όριο ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Μια πεταλούδα για να παίζουν τα παιδιά, μια πεταλούδα για να απορρούν και να μιλούν οι μεγαλύτεροι, όσοι διήνυσαν πια την απόσταση από «πέτρα σε πέτρα.»

«...η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού,
Πετάει από πέτρα σε πέτρα,
Τα παιδιά προσπαθούν
Να την πιάσουν,
Αλλά δεν το κατορθώνουν,
Είναι η Αγία Πεταλούδα...»

Καθώς τα πράγματα, τα πιο ταπεινά γίνονται ολοένα πιο ανθρώπινα προσωποποιούνται τα ίδια, υιοθετώντας απρσδόκητους ρόλους, με έντονες τις χρωματικές διαθέσεις, καθώς λοιπόν συμβαίνουν όλα τούτα, ο ποιητής αναγνωρίζει στους χώρους τους πιο «ενδότερους» τον ίδιο το θάνατο, την πείρα της ζωής, τις «ιστορίες της.» Στα «Τοπία Θανάτου» ο Κίμων Φράιερ, διατυπώνει πως «καθώς ο ποιητής [Τ. Σινόπουλος], βαθμιαία εγκαταλείπει την τεχνική και τις περιττές διακοσμήσεις στα πονήματά του, αρχίζει να καταγράφει πια με ωμότητα τις ιδέες του, αναλαμβάνοντας μέσω του λόγου μια καταβύθιση μες στα ασταθή τοπία.» Ο ήχος ενός τηλεφώνου, το επίμονο χτύπημα στην ίδια την προσωπική, ηθελημένη ίσως απομόνωση, το ενδιαφέρον για υποθέσεις πια αδιάφορες καθώς ένα «καταρραμένο απόγευμα» ή ο «τρελός άνεμος Αγίρ.» Ο ποιητής πια ελεύθερος και αμείλικτος, κυρριευμένος από μια ασυδοσία πλάθει ένα κόσμο υπερφυσικό, αλλόκοτο, όπου συμβαίνουν πράξεις- σύμβολα με ειδική σημασία. Πρόκειται για συμβάντα ασύμβατα με την πραγματικότητα. Η αντίφαση των λέξεων ας επιτραπεί.
«Η αράχνη», «η περιφορά της εικόνας.» Τα σχόλια του δημιουργού είναι πάντοτε κρυμμένα, προκαλούν δισταγμούς και συνεπάγονται, κατά την εκτίμησή τους φριχτές αυθαιρεσίες.  Η εικόνα που περιφέρεται στον ιστό, θαρρείς στα ανθρώπινα χέρια ο ορισμός και η δυναμική του Θεού, μεγαλύτερη από την αντοχή του ατόμου, μες στην ιστορία τα πρόσωπα αναλαμβάνουν κάτι υψηλότερο, κάτι σπουδαιότερο από την πρόθεσή τους, το βαθμό ικανότητάς τους. Οι παλιές πεποιθήσεις που κοινωνούνται στους ανθρώπους και τους βαρύνουν, όχι λιγότερο από τα κρίμματα, όχι περισσότερο από τις ιστορίες για θανάτους και ζητήματα σκληρά.  Τέτοιος, αποτρόπαιος μόχθος ο θεός για τον άνθρωπο, η εικόνα του, η αρχαία φήμη πως είναι ένα ομοίωμα, ένα ταπεινό, αντίτυπο αποτυχημένο. Τέτοιος μόχθος υψηλός.

«Μια μεγάλη αράχνη ξεκρέμασε από
Τον τοίχο την εικόνα του Αγίου και
Άρχισε να την περιφέρει γύρω γύρω
Στο δωμάτιο.
Παρά το μεγάλο, εν σχέσει με αυτήν,
Βάρος της εικόνας, την έσερνε σιγά σιγά
Ώσπου την έφερε πάλι στη θέση
Που την είχε ξεκρεμάσει, την
Κρέμασε πάλι και εξαφανίστηκε.»

Ο ποιητής που αψηφά το φάσμα του θανάτου, είτε, όπως λέει ο Μαρωνίτης, εκληφθεί τούτο ως είδωλο ή φάσμα φωτός. Μα εσωτερικότερα, ανιχνεύει κανείς το ανθρώπινο στοιχείο, εκείνο που τον καθιστά περισσότερο ανθρώπινο από τον μπρούτζινο  ανδριάντα του εξεγερμένου δούλου, ενός ήρωα τραγικού, αντίθετου και ασύμβατου με τις κλίσεις και τις αδυναμίες της εποχής ή του περιβάλλοντός του. Κοπιάζει μες στο θάνατο να βρει ζωή, τα καταφέρνει, άλλοτε είναι ένα λουλούδι. Άλλοτε πάλι εναγώνιος στέκει εμπρός στο «ρολόϊ», μετρά τις ώρες, ακαθόριστες εκείνες πάντα σημαίνουν θάνατο. Δεν αντέχει την προοπτική της σωτηρίας, μες στη μνήμη του επανδρώνονται οι μόνες, ανεκτές προφυλάξεις. Τίποτα ξένο, τίποτα ανοίκειο δεν μπορεί να ανεχτεί και έτσι νικιέται στο τελικό βήμα, «ανατριχιάζει, κόβονται τα πόδια του, γέρνει και πέφτει κάτω λιπόθυμος.» Η μοίρα του χρόνου είναι τραγική, όπως και του ανθρώπου. Και όμως, ο ποιητής δεν αρνείται την ελπίδα, ακόμα και αν τη φαντάζεται στοιχειωμένη, έτσι που φορτώθηκαν στο σώμα της όλων των εποχών οι εφιάλτες, οι εξεγερμένοι, οι δούλοι και οι διωγμένοι, οι αστοί. Μες στο ομώνυμο «ξενοδοχείο» την αντικρίζει νεκρή, να κλαίει σπαραχτικά για τη λησμονημένη της αίγλη, μα εκείνος δεν χάνει το θάρρος του.

«Όλοι κοιμούνται
Και εγώ ξαγρυπνώ
Περνώ σε χρυσή κλωστή
Ασημένια φεγγάρια
Και περιμένω να ξημερώσει
Για να γεννηθεί
Ένας νέος Θεός
Μες στην καρδιά μου
Την παγωμένη
Από άγρια φαντάσματα
Και μαύρη πίκρα.»

Ο Μίλτος Σαχτούρης, σημειώνει ο Μαρωνίτης, «βρίσκεται παγιδευμένος μες στο δικό του δωμάτιο, όπου το λιοντάρι που είχε ανέβει από τις σκάλες γδέρνει την πόρτα με λύσσα, να την σπάσει, ενώ στα απέναντι δωμάτιο ένα πουλάκι τόσο δα, ήταν λέει ο Χάρος...Στάσιμος και αναχωρητικός, μισός στο σκοτάδι και μισός στο φως, θανάσιμος και αναστάσιμος, αντιφατικός και φατικός.» Ο Μίλτος Σαχτούρης κείτεται ελεύθερος εδώ και επτά χρόνια. Πρόκειται περί ποιητού. Με διάθεση και κατάκτηση μιας σημαντικής υπέρβασης, ακόμα και της ίδια της τέχνης, της ζωής του.



φωτ. Δημήτρης Μαρωνίτης


____________________________
σοδειά [συγκομιδή πολιτισμού]

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

«ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ»

[δοκίμιο]
του Απόστολου Θηβαίου


[βιογραφικό] Ο Απόστολος Θηβαίος παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα το 2008 με το αφήγημα «Νόμισμα στην Όχθη» των εκδόσεων Μπαρτζουλιάνος. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ολοκληρώθηκε με επιτυχία η έκδοση του θεατρικού, παιδικού παραμυθιού «Πολύχρωμο Θάρρος» των εκδόσεων Μιχάλης Σιδέρης. Αναμένεται δε η έκδοση ενός νέου αφηγήματος από τις ίδιες εκδόσεις. Η παρουσία στα λογοτεχνικά δρώμενα συνεχίζει να εμπλουτίζεται από τη δημοσίευση κειμένων σε ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. («Νέα Σκέψη», «Ρωγμές» , «Οδός Πανός», «Σοδειά», «Ιδεόπνοον», «Asante» κ.ά).




_____________________________


ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ
κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα περί ποίησης

Πολλοί τη χαρακτήρισαν ως «γενιά της ήττας.» Καταχωρήθηκε, λοιπόν με τούτον τον τρόπο η ποιητική παραγωγή μιας περιόδου κορυφαίων διαψεύσεων, συντελεσμένων αποτυχιών στον τομέα της διαμόρφωσης μιας νέας, περισσότερο ανθρωποκεντρικής κοινωνίας, με την ουτοπική, όπως αποδείχτηκε συνοχή, τη δικαιοσύνη, ζητήματα, τα οποία ευαγγελίστηκαν οι «εραστές.» Η ποίηση διατύπωσε με τον πιο σαφή τρόπο τη ραγδαία αποτυχία. Την τραγούδησε, την ύμνησε με σημαντικούς εκπροσώπους. Κάποιοι επέτρεψαν στη στιχουργική τους να υποννοήσει ως ένα βαθμό την αισιοδοξία, κάποιοι άλλοι όπως ο Λειβαδίτης εστίασαν στο παρόν, ζήτησαν την άφεση των αμαρτημάτων, άγγιξαν τον Θεό με όρους ανθρώπινους.
Η εποχή αυτή καταχωρήθηκε, κατεγράφη στα βιβλία, τις κριτικές, τις θεωρητικές μελέτες. Αναλύθηκε, τέθηκε υπό το φως επίκαιρων διατυπώσεων, μελετήθηκε με τη δέουσα ψυχραιμία, αυτή που τελικά κερδίζεται αφού εμπεδωθεί το διάνυσμα του χρόνου. Οι επόμενες γενιές θα λάβουν νέους χαρακτηρισμούς, νέες χρονολογίες θα μερμνήσουν για την κατάταξή τους στις βιβλιογραφικές αναφορές. Νέες μελέτες, νέα ζητήματα, μια πιο ουρμπανιστική θεώρηση της πραγματικότητας θα τεθεί ως επιδίωξη. Ο μοντερνισμός θα απελευθερώσει πλήρως την ποιητική λειτουργία, τα μέτρα, τα σταθμά όλα θα παραγωνισθούν, η πρόζα τελικά θα επικρατήσει, η εσωστρέφεια θα συνιστά από τώρα και στο εξής τη μόνη οπτική. Το ατομικό και το προσωπικό θα υπερκεράσουν το συλλογικό. Ετούτο το δεύτερο θα αποτελέσει μια περιφρονημένη αναφορά. Πολλές φωνές, μεμονωμένες θα σπεύσουν να αγγίξουν τις σύγχρονες προβληματικές. Μια κατακερματισμένη κοινωνία, μια ποίηση κατ΄αντιστοιχία που δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τα σημάδια των εποχών. Και τούτα θέλουν πια το λόγο καταβυθισμένο σε σύμβολα, σε ασάφειες, θέλει τα νοήματα συγκεχυμένα, θαρρείς και η λύπη για την απουσία των αλλαγών ώθησε τους δημιουργούς να κλείσουν τα μάτια προς ένα ολότελα, αδιάφορο παρόν. Για ζητήματα όπως το μέλλον, ούτε λόγος. Η ποίηση αρκεί μόνο για το πρόσκαιρο, θεωρητικά όλα έχουν ειπωθεί, εξηγήθηκαν, υμνήθηκαν, οι ρωγμές που παρουσιάστηκαν πριν χρόνια στο θλιμμένο στίχο των «μεγάλων» ποιητών, τώρα έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα ενός ρήγματος, ικανού να μας απομακρύνει ολοκληρωτικά από τις παρελθούσες, ποιητικές εκροές. Η ποίηση μετατράπηκε σε λειτουργία της ψυχαναλυτικής επιστήμης, λες και συνιστά έναν βαθιά, νοσούμενο ασθενή, ο οποίος θα πρέπει να περάσει από το στάδιο της ψυχοθεραπείας, προτού αντικρύσει εκ νέου την πραγματικότητα, με τις προβληματικές συνιστώσες, συντεταγμένες όλες προς το «πρόσωπο», τη μορφή, όπως επικράτησε να λέγεται πια η ανθρώπινη ύπαρξη μες στην τέχνη. Και τούτο είναι ένας δείκτης. Δεν αναφέρεται η τέχνη πια στους ανθρώπους, με τις ελλείψεις και τις αντοχές τους, απευθύνεται, ή έτσι τουλάχιστον μοιάζει σε ένα εργαστηριακό πρότυπο, το οποίο καλείται να λησμονήσει τις υπαιτιότητες, τις αντιφάσεις, τις ελλείψεις και την ελαστικότητα στην πρόσληψη της αλήθειας. Η τέχνη, κατ΄επέκταση η ποίηση δεν απευθύνεται στον άνθρωπο, μα σε ένα νέο, βελτιωμένο αρχέτυπο, το οποίο υποχρεούται πια να φέρεται με τρόπο αόριστο προς όσα έθρεψαν την ύπαρξη. Η σαφήνεια του καιρού, η εξειδίκευσή του προβάλλει ως αίτημα μια στάσης εσωτερικότητας, η οποία όμως κρίνεται επίπλαστη, ψευδής, ανιχνεύσιμη εύκολα στη σύγχρονη, ποιητική δημιουργία. Και φυσικά τούτο δεν σχετίζεται με την καταγωγή, τις ποιητικές εκβολές του κάθε δημιουργού, μα με ένα κλίμα, το οποίο απαιτεί την οριοθέτηση προβληματικών, οι οποίες μπορούν να ομοιάσουν με εκείνες που κλόνισαν αληθινά τον κόσμο και τις βάσεις του και τελικά τον έστρεψαν προς νέες, -σωστές ή λάθος, αδιάφορο-, κατευθύνσεις και ενατενίσεις.
Η ποίηση μοιάζει να θρηνεί, μοιάζει με τη γηραιά κυρία που πασχίζει να διατηρήσει τις συνήθειες της νεότητας, κρύβοντας επιμελώς  τις βαθιές αυλακώσεις της πεπερασμένης ηλικίας της. Η ποίηση θρηνεί σιωπηλά, ακόμα. Και δέσμια μιας ησυχίας, όπως η τυφλότητα, προσποιείται και διαγράφει αδιάφορες τροχιές γύρω από τον εαυτό της, αναμασώντας, όπως η γηραιά κυρία της υποβολής μας γεγονότα μιας νεότητας, μιας ακμής που πέρασε και πάει. Μα η ποίηση δεν λυπάται, δεν θρηνεί, μόνο αφήνει κατά καιρούς εκκωφαντικές κραυγές, προσπαθώντας να κάνει σαφές τούτο. Πως βρήκε τις ρίζες της, πως η γενιά της ήττας και των διαψεύσεων την προίκισε με μια ωριμότητα, με μια επάρκεια, μια θέρμη, αντίστοιχη με εκείνη ενός σοφού ανθρώπου. Η γενιά της ήττας, συνιστά μια γενιά επαναλαμβανόμενη, η οποία παρατηρείται να επιζεί, με διαφορετικά προσωπεία κατ΄εξακολούθησην. Η διάψευση παρούσα τότε και τώρα, η αποτυχία διακριτή, τότε και τώρα, η συλλογικότητα διαρρηγμένη, τότε και τώρα, υπό μια απαίσια συκοφαντία. Εκείνη που την ήθελε να μπορεί να πράξει την αλλαγή. Η διαπίστωση δεν έχει να κάνει με τον ποιητικό λόγο και τη δυναμική του, αλλά με την ίδια τη στάση της ποίησης, σαν ένας άνθρωπος καμωμένος από όλους τους ανθρώπους. Ο ποιητικός λόγος βρήκε την ταυτότητά του και έδωσε σπουδαία δείγματα γραφής, όταν επιτέλους απεδέχθη την υποχρέωση να υπαχθεί στη διαδικασία της αυτοκριτικής. Οι φωνές κρίνονταν τότε επαρκείς, τούτο γίνεται παραδεκτό από όλους. Μα και τώρα, αν προσέξει κανείς τους νέους ποιητές, αν παρατηρήσει και θελήσει τελικά με ειλικρίνεια να ερμηνεύσει την προσήλωση στον Καρυωτάκη, στον Αναγνωστάκη, στον Λειβαδίτη, θα δει πως οι επιλογές αυτές είναι διαχρονικές, γιατί κατά κάποιον τρόπο ορίζουν το εύρος και τη στόχευση της ποιητικής δημιουργίας. Η γοητεία της λύπης, ο ηρωισμός εκείνων που πάσχουν, ο κλονισμός της ζωής και του κόσμου συνιστούν παρατηρήσεις του «τότε» και του «τώρα.» Η ποίηση αναζήτησε και βρήκε κάποτε την ταυτότητά της. Γηραιά και ακμαία ακόμα, για πάντα καθώς φαίνεται αντιμετωπίζει το χλευασμό μας, καθώς εμείς φερόμαστε όπως τα κακομαθημένα παιδιά, κρύβοντας από την ίδια την επιβεβαιωμένη ταυτοπροσωπία της. Η ίδια η ποίηση φωνάζει το όνομά της δεκαετίες τώρα. Οποιαδήποτε άλλη θεώρησή της δεν αποτελεί παρά μια υποχρεωτική, μεταιχμιακή διαδικασία προτού παραδεχτουμε επιτέλους πως μπορούμε να «τραγουδήσουμε» λυτρωμένοι πια. Ακόμα και αν όλα ειπώθηκαν, υφίσταται μια ακόμα δικαιολογία για τους ρομαντικούς και τους πιστούς. Η αίσθηση, της ποίησης η αίσθηση αποδείχτηκε, κατόπιν δοκιμών και αναζητήσεων πως είναι μία και απόλυτη. Είτε κοιτά προς το μέλλον, είτε αναδεύει το παρελθόν, είτε ακόμα κοιτά με ευθύτητα τα τωρινά μας χρόνια, έχει μια αίσθηση κεντρική και αναλλοίωτη. Η προσκόληση, σχεδόν εκ φυσικού των νέων ποιητών σε τούτα τα καλέσματα επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ειδικά δε, αν θεωρήσουμε επαρκή την άποψη πως μόνο από εκείνους που στέκουν αφελείς και καθαροί απέναντι στην τέχνη, μπορεί να εκτιμηθεί το διαχρονικό, το κορυφαίο, το αισθητικό, με την έννοια ενός λόγου που παθιάζει, αγγίζει και συγκινεί. Εις στο έπακρο.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

«ΠΟΙΗΣΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ»

δοκίμιο
γράφει ο Απόστολος Θηβαίος
W. B. Yeats - Κ. Π. Καβάφης

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», γράφει ο Ιρλανδός με το γυάλινο προσωπείο. Και ο λόγος του φτάνει μέχρι την Αλεξάνδρεια και έρχεται και κουρνιάζει δίπλα στη σιωπή του Κωνσταντίνου. Δυο άνθρωποι, δυο διαφορετικοί κόσμοι, εκπρόσωποι των οριζόντων που δείχνουν οι μεταλλικοί ανεμοδείκτες των αιχμηρών σκεπών, ο Καβάφης και ο Γέητς συναντιούνται μες στους στίχους της ποιήσεώς τους. Η αγωνία, η κοινή τους αγωνία, η μεταφυσική, η ανήμερη, διαχρονική αγωνία τους συνιστά την ίδια αγωνία των δικών μας ανώφελων καιρών.

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.»


Ο Καβάφης, δίχως κανένα λεκτικό στολίδι περιγράφει μια οικεία εικόνα. Μια εικόνα από εκείνες που απαντά κανείς στα ερημικά καφενεία της υπαίθρου, με τις ψάθινες καρέκλες του κατσίβελου και τα ξύλινα, πολυκαιρισμένα τραπέζια, που έχουν ακόμα την οσμή του ούζου, τα καφετιά ψήγματα του ξεραμένου καπνού. Φαντάζομαι τον ποιητή, να στέκει παράμερα, τότε, στον καιρό της δεύτερης νιότης του και να συλλαβίζει το φόβο του γήρατος. Απέναντί του ένας ηλικιωμένος, αξιοπρεπής κύριος. Το καπέλο με το σκληρό γείσο και την κατάμαυρη κορδέλα, το κομποσκοίνι με τις πορφυρές χάντρες, λιγοστά, μεταλλικά νομίσματα πλάι στο φλιτζάνι του καφέ και έπειτα δυο χέρια. Δυο χέρια που έπαψαν πια να ανοίγουν δρόμους, που έπαψαν πια να κουβαλούν την ορμή των καταρρακτών. Δεν μιλά εκείνος ο γέρος, μονάχα συλλογίζεται τα ξοδεμένα χρόνια, δίχως καμιά αγωνία, δίχως καμιά έγνοια για τον καιρό που σώθηκε.

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη και με τρίχες λευκές πλάι στο τζάκι ως θα είσαι για στοχάσου και σκέψου τη γλυκιά τη ματιά σου. Μα και πάλι ονειρέψου τις βαθιές και χαμένες των ματιών σου σκιές.»

Ο Γέητς, στοχάζεται τις μέρες του, τις παμπάλαιες, ξοδεμένες μέρες του. Όπως και ο Αλεξανδρινός, έτσι και εκείνος, γνωρίζει καλά πως κάποτε θα καταφτάσουν μανιασμένες οι γερασμένες σκέψεις. Ξέρει καλά, πως κάποτε θα έρθουν τα περίφημα, αρχαιολογικά πρωινά και οι θλίψεις πια δεν θα έχουν άλλες μορφές για να αλλάξουν. Οι δειλές λατρείες θα έχουν λησμονηθεί και ξεθωριασμένες θα απομένουν, καθώς οι καφετιές προσόψεις των σπιτιών στις προσφυγικές συνοικίες της πόλεως. Οι σιδερένιοι δρόμοι, εκείνοι που κάποτε έφερναν ήχους ερώτων, επιθυμιών σφοδρών, θα μοιάζουν πια με λάβαρα ξεφτισμένα, παρατημένα πλάι στις σωριασμένες αψίδες των θρυλικών μας επετείων.

«Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»

Η επώδυνη αποδοχή της ήττας. Εκείνης της τραχιάς ήττας που μόνο με τις νύκτιες συναλλαγές μας μπορεί να συγκριθεί. Ο Καβάφης πάντα σταθερός απέναντι στη μοίρα του, αγγίζει τα σπασμένα αθύρματά της, τα θρυμματισμένα απομεινάρια των επιλογών. Κάμει την αγωνία του συνήθεια και δεν στοχάζεται πια εκείνον τον ξένο που κάποτε συνάντησε στον καθρέφτη και εκείνος ψέλλιζε αλλόκοτες συλλαβές, ακατάληπτων φράσεων. Δεν μνημονεύει πια εκείνον που μιλούσε χρόνια τώρα, μέσα από το θολό τζαμωτό για τις νεκρές, επερχόμενες μέρες μας.

«Στη θρακιά σκύβει τώρα- σιγοτρέμουν τα χέρια, μουρμουρίζει τη θλίψη, πώς η αγάπη περνά, ξεκινάει και ανεβαίνει σε βουνά μακρινά τη μορφή του να κρύψει σε κορών απ’ αστέρια.»

Δυο άνθρωποι, δυο ποιητές που έζησαν παράλληλους βίους, πιστά δοσμένοι στην υψηλή δοκιμασία της τέχνης. Γητευτές των πιο βαθιών νοημάτων, οι δυο ποιητές ανταλλάσουν σήματα ασθενικά. Και από την Αλεξάνδρεια μέχρι το Δουβλίνο, φεγγίζουν οι ιδέες και τα οράματα, τα πιο θλιβερά και ανθρώπινα μαζί.
Τα δυο, ετούτα ποιήματα αποδεικνύουν, πέρα από ρομαντικές προσεγγίσεις και αλληγορικά νοήματα, πως η ποίηση δεν είναι μονάχα λόγια αραδιασμένα στο χαρτί, με μέτρο και άξιο συλλαβισμό. Η ποίηση αντλεί τα θέματά της από τη ζωή και η ζωή δεν διαφέρει σε κανένα τόπο, σε καμιά αυλή ή κάμαρη. Ο Γέητς και ο Καβάφης, όπως τόσοι άλλοι που κατάφεραν να μιλήσουν, ξεπερνώντας τις γεωγραφικές αποστάσεις, κατόρθωσαν και κάτι πιότερο σπουδαίο. Κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την οικουμενικότητα της ποίησης.

Σημείωση:
Τα αποσπάσματα προέρχονται από το ποίημα «Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», του Γέητς και το «Ένας Γέρος», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Το δίλημμα του Ορέστη

Νικηφόρος Βρεττάκος,
«Ο διακεκριμένος πλανήτης»

Ορέστης και Ερινύες
Υπάρχουν φορές που στα ποιήματα κρύβεται επιμελώς η διαφορετική, η λεγόμενη «άλλη» προσέγγιση. Μιλώ για εκείνη που συνοδεύεται από το αίσθημα της διεξόδου, από το αίσθημα εκείνο της λύτρωσης που συνεπάγεται η διατύπωση μιας ακριβούς αιτίας ή ενός συμπεράσματος εξαιρετική απλότητας και κατά συνέπειας, λάμψεως.
Το ποίημα «Το δίλημμα του Ορέστη» συνιστά μία από εκείνες τις στιγμές. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, πάντα με το βλέμμα του στο «υψηλό», στο κενό εκείνο που λέγεται ουρανός και χωρα όλα τα μάτια της γης. Μα εδώ, ρεαλιστικός κριτής, κινούμενος στα «τραγικά σύμπαντα», ερμηνεύει την τρομερή πτώση του Ορέστη, με όρους κυριολεκτικά ανθρώπινους, τόσο ώστε να μπορούν να χαρακτηρισθούν πρακτικοί, αδιαμφισβήτητοι λοιπόν, στέρεοι στη σημασία και την επίδρασή τους. Το «υπέρ μόρον», εκείνο το οποίο διαφεύγει των κανόνων συνιστά την τερατώδη αδυναμία του ήρωα Ορέστη. Μα εδώ, το καβαφικό «ναι» ή το «όχι» δεν υφίσταται. Στην περίπτωση του αργείου παιδιού εκείνο που δεν ξεπεράστηκε ποτέ είναι το ανθρώπινο στοιχείο. Ο Βρεττάκος αναγνωρίζει στον άνθρωπο την αδυναμία να υπερβεί τον εαυτό του. Η έννοια του χρέους είναι εκείνο που δεν τηρήθηκε, εκείνο που δεν κατόρθωσε ο ήρωας να ξεπεράσει και έτσι δόθηκε και τέλειωσε όπως αρμόζει σε μια ύπαρξη. Ο ποιητής δεν προβάλλει κανένα αίτημα πολιτικό. Μόνο επιβεβαιώνει εκείνο το φοβερό μυστικό που έχει λεχθεί και πάντα δεν μπορούμε παρά να αποφύγουμε να φανταστούμε πως πραγματώνεται.  Η δυστυχία, εκείνο που επιβάλεται δεν υπάρχει και δεν προκύπτει παρά από τον ίδιο το θύμα, τον ίδιο το θύτη. Ο Ορέστης, πάλεψε στο έργο του Ρίτσου, μετάνιωσε σαν Χριστός και σκέφθηκε πως θα ήταν τάχα αν τη μοίρα του διέψευδε. Μα το «ανθρώπινο» είναι αξεπέραστο, το «ανθρώπινο» είναι τόσο πιο υψηλό, είναι, λέει ο ίδιος ο ποιητής «το λαμπρό μαργαριτάρι του κόσμου» και είναι αποτυχία το μόνο της εμπειρίας παιδί. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος αντιλαμβάνεται με την αφοπλιστική αποδοχή του το γεγονός του φόνου. Καταννοεί τις εποχές, τις επιταγές που συνεπάγονται αυτές, δεν διστάζει να διατυπώσει εκείνη την αλήθεια που με βεβαιότητα μπορεί να ξεπεράσει την αίσθηση της αποτυχίας. Η έλλειψη που δημιουργείται ανάμεσα στο σκοπό, την αιτία, το αποτέλεσμα είναι μια αναπόφευκτη πορεία. Και ο ποιητής, όπως και τότε ο Ορέστης γνωρίζει καλά και το παραθέτει στην κρίση μας, ως μια εναλλακτική αιτία ενός ιστορικού δισταγμού. Και μόνο η αναζήτηση μιας δικαιολογίας αναδεικνύει τον παρηγορητικό λόγο του Βρεττάκου, τον καταπραϋντικό, εκείνον που τελικά θα επικρατήσει γιατί η λύπη της ανθρώπινης αδυναμίας ή ανωμαλίας συνιστά το πιο βαρύ φορτίο για κάποιον που διδάχτηκε τη συνείδηση της τελειότητάς του.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ορθώνει έναν λόγο συμπονετικό και τούτο είναι κάτι παραπάνω από σπάνιο ανάμεσα στους ανθρώπους. Πέρα από το λόγο ο Βρεττάκος με τούτο το ποίημα σκύβει και αγκαλιάζει τη σωρό του Ορέστη, αντιλαμβάνεται το αδιέξοδό του και λυτρώνει την ιστορική του μνήμη, αναλαμβάνοντας να εκφέρει το ιστορικό συμπέρασμα.  Ο Βρεττάκος αντιλαμβάνεται και πονά για εκείνο το πάθος που ξέφυγε των πραγμάτων, μετανιώνει για εκείνο που δεν πραγματοποιήθηκε. Αφήνει λίγα λουλούδια στον τάφο του Ορέστη και απαλάσσει τον εαυτό του, εις τον αιώνα. Εκείνο που δεν αποφεύχθη είναι το ξεπέρασμα του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Ευτυχώς.
Απόστολος Θηβαίος

Blogger templates


Blogger news