Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ματθαίος Ματθαιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ματθαίος Ματθαιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

[Γεύσεις Ροδόπης] του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ



Τώρα νοιώθω στο σπίτι μου.

Βουνά τριγύρω
και κορυφές ορθώνονται , ψηλά,
άγρια δάση
θροίζουν νερά κρυστάλλινα, 
aφρισμένα, βουίζουν
εδώ παντού κοχλάζει η ζωή.
Τρυφερή μάνα
γλυκά με νανουρίζει η φύση mε τραγούδια,
κρατώντας με, με αγάπη επάνω στην καρδιά της.


Τώρα νοιώθω στο σπίτι μου. Η κορυφή του Ελένιν

τρυπά τον μπλέ ουρανό και με καλεί κοντά της
το Μπριστεμπόρ , με τα έλατα και τα γιγάντια
πεύκα του , νέα μου δίνει ζωή και προς τον Νότο
τεράστια η Τσάρεφ Βρίχ , τη φαλακρή κορφή της
και την ανάμνηση του τσάρου ψηλά ορθώνει …

Ivan Vazov
(Στο μοναστήρι της Ρίλας – απόσπασμα )

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

[Τρύγος και Βυζαντινή Ποίηση] του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΑΡΘΡΟ



Το Βυζάντιο πέρα από ότι έχουμε συνηθίσει δεν ήταν μόνο ίντριγκες δολοπλοκίες και εκκλησιαστικοί ύμνοι υπήρχε ζωή, πάθος, ανησυχίες, αναζητήσεις, διασκέδαση τέχνη και φυσικά Λόγος ένας λόγος μεστός λυρικός θειικά ανθρώπινος .
Δεν έχει τέλος ο λόγος η ποίηση η τέχνη γενικότερα , τίποτα δεν αρχίζει και τίποτα δεν τελειώνει όπως και δεν επεκτείνεται στις εποχές , αλλά μεταφέρει την οπτική της χρονικής στιγμής με τα μέσα του "σήμερα". Στήνεται και δημιουργείται από το ακέραιο και διχοτομείτε στο άπειρο σαν μια οπτασία σαν μια μέθη ακολουθώντας Διονυσιακά βήματα , όχι δεν στερεύουν οι λέξεις, οι άνθρωποι στερεύουν και αναπαύονται ή στέκονται στις "δάφνες" και στο εφήμερο μη μπορώντας να δαμάσουν το ανήμερο θηρίο της χρονιότητας και θυσιάζονται στην άψογη εκτέλεση της επιφανειακής λάμψης
Ο τρύγος είναι ένα θέμα που ακολουθεί τα χνάρια Σιληνών και Σάτυρων, χορεύει με τις Μαινάδες και λούζει δισεκατομμύρια φθόγγους με το άρωμα από την σύνθλιψη των ώριμων καρπών της αμπέλου
Οι παραλλαγές πολλές όσες και οι διαφορές στους Αιώνες όσες και οι περιστροφές της γης στον Ήλιο όσες και οι εναλλαγές στην σκέψη και τον τρόπο ζωής από την γέννηση του μέχρι σήμερα .

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

[Σάρλοτ Νιού] ~ Επιστημονικής Πραγματικότητας Διήγημα



This world I should kill
The world of the End
Rewind the people back from the dead



Η ιστορία έχει απόλυτη σχέση
με την πραγματικότητα


B.Gps Era

Ο αγαπητός Τσάρλι Κ., γνωστός ζητιάνος της οδού Βουκουρεστίου συνήθιζε να τριγυρνά τα αποτσίγαρα των πεζοδρομίων με την αριστερή παντόφλα του μαχαιρωμένη ακριβώς στο σημείο των ημίθεων. Κάποιοι τον έλεγαν Ο Μπίλι που Κουτσομπολεύει το Μέλλον, αργότερα – στις κατοχικές μέρες των GPS - τον είπαν απλώς προφήτη.
«Με ονόμασαν αρνητή της αδιαφορίας , κάποτε περιφερόμουν με το σχισμένο μου παπούτσι στα χέρια , ως προσφορά απαντήσεων .
Οι ερωτήσεις δεν τελειώνουν ποτέ , παραμερίζονται μόνο στην απαιτούμενη δικαιολογία της άγνοιας.

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

[Η Χαλκιδική, τα σύνορα και τρεις λίμνες] του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ



Έξι μήνες χωρίς μεγάλη βόλτα είναι πολύ μεγάλο διάστημα, ακόμη και για τον πιο «τεμπέλη» μηχανόβιο! Πνιγμένος όλο αυτό το διάστημα στη ροή των γεγονότων άφηνα κλειδωμένη την ανάγκη για ταξίδι και περιπλάνηση στις εικόνες των επαρχιακών οδών , μέχρι που δεν άντεξα άλλο και ζήτησα από τον συνεργάτη μου να φύγω για τρεις – τέσσερις μέρες , αλλιώς θα τρελαινόμουν, το έβλεπα, ερχόταν σιγά - σιγά και χτύπαγε την πόρτα στο μυαλό μου.
Παρασκευή πριν τον Δεκαπενταύγουστο και ενώ έχω παράδοση το βράδυ, τρέχω να προλάβω να μαζέψω πράγματα που λείπουν, χάρτες, σκηνή, λάδια ξύδια στη μοτοσικλέτα  και ένα σωρό άλλα μικροπράγματα της τελευταίας ώρας.
Το Σάββατο περνά με μάζεμα των διάσπαρτων πραγμάτων σε τρία σπίτια και η προσμονή του νυχτερινού ταξιδιού είναι ατέλειωτη. Νύχτα ήθελες να φύγεις; Χα!
Ξημερώματα Κυριακής και πάνε περίπατο τα σχέδια για παλιά Εθνική. Φόρτωμα οι βαλίτσες, δέσιμο τα συμπράγκαλα από πάνω, φουλ εξοπλισμός και ώρα 6:30 στην Υλίκη, να βλέπω την μέρα να κερδίζει την μάχη με τη νύχτα. Στάζει αίμα ο ουρανός και ντύνει την λίμνη με όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου.
Η άδεια Εθνική σε αναγκάζει να σφίξεις τα γκρίπ  και να φύγεις με όσο γκάζι έχεις , να λυτρωθείς από τις ανιαρές ευθείες και να προλάβεις τον ήλιο πριν σκαρφαλώσει ψηλά και αρχίσει να ψήνει ψωμί στην άσφαλτο.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

[Could I laugh again] Του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΠΕΖΟ


Με ένα τραγούδι κολλημένο στο μυαλό από το πρωί σχεδόν, άντε δύο , το δεύτερο σφήνα αργότερα το μεσημέρι. Παρεμβολές ηχητικές σε μια μνήμη κενή σε ψυχή τραυματισμένη, σαν ορατότητα που δοκιμάζει την διαφυγή από την ορεινή ομίχλη.Again, again, again, again, could i laugh again again again again… Behind these hazel eyes και ψάχνεις το σκονισμένο παντελόνι, την καμένη από την εξάτμιση κορντούρα για να τρέξεις μακριά, ίσως γιατί δεν θέλεις να περάσεις άλλη μια νύχτα με την σκιά των χαπιών της λήθης στον οισοφάγο, για να αποφύγεις την εφτάχρονη ερμηνεία που σε κυνηγά. Η βαλβίδα εκτόνωσης κλειστή από καιρό, αργεί πολύ να ξεκολλήσει, ένα κρακ χρειάζεται να ακούσεις σαν κι αυτό που συνέβη μέσα σου και να εξατμιστεί όλη σου η φιλοσοφία, όλη σου η αγνότητα που αντιμετώπιζες την ανθρώπινη ύπαρξη και σχέση . Ένα τραγούδι, δύο τραγούδια κι ένας τρελός που υπήρχε στην κάρτα του τηλεφώνου, οι φθαρμένες κορντούρες, τα τρύπια γάντια και το βρώμικο κράνος να κλείνει την πόρτα.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης ~ Άρθρο

του Ματθαίου Ματθαιάδη

"Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός.
Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας" Ο. Ελύτης


Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης μετά από την εισήγηση του τότε πρέσβη της Ελλάδος στην UNESCO συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορική εκφραστικότητα  και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"».

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

[Πεθαίνει ο ποιητής; Κωστής Παλαμάς : 71 έτη από τον θάνατο του μεγάλου ποιητή] ~ ΑΡΘΡΟ

επιμέλεια - σχολιασμός Ματθαίος Ματθαιάδης

Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943)

(*)Καὶ μέσ᾿ στὸν τάφο ἀσάλευτο καὶ μεσ᾿ στὸ ζόφο ποὺ μὲ κλεῖ,
σὰν κάποιο σάλεμα μὲ πάει πρὸς τὴν ἀνατολή,
μὲ τὴν ἀσύγκριτην αὐγὴ ποὺ ὁ Χάρος δὲν τὴ σβύνει.
Καὶ λάμπει
ἡ λυρικὴ ψυχὴ καὶ μεσ᾿ στὸ μνῆμα ἐκείνη!

Πεθαίνει ο Ποιητής;
Οχι, όσο φλογίζει ο λόγος του, όσο λαμνοκπά η πένα του στα αστείρευτα μνημονικά όσων ζωντανών.
Πέθανε ο Ποιητής εν έτη 1943 , σαν σήμερα 27 Φεβρουαρίου , σε μια απαισιόδοξη στιγμή της Ιστορίας μας οπού κάτω απο βάρβαρη κατοχή ο Ελληνικός λαός στενάζει κι ο στοχαστής αυτός που μεταλαμπαδεύει το Ολυμπιακό Ιδεώδες κλείνει τα μάτια κι αποδεσμεύει το πνεύμα.
Ως δάδα αθάνατη προκαλεί τη νεότητα
**Ὦ νέοι, ὦ πρωτοξύπνητοι στὸ φῶς, χαρὲς τ᾿ Ἀπρίλη,
ἀπὸ τοὺς πράσινους κορμοὺς γίνοντ᾿ οἱ ἄσπροι στύλοι!
Στὴ χώρα ἐσεῖς οἱ λειτουργοὶ κι οἱ λατρευτάδες εἶστε·
δὲ φτάνει· ἐμπρὸς! γιὰ τοὺς Θεούς, ὦ νέοι, πολεμεῖστε.
και γεμίζει ελπίδα την μελαγχολική ψυχή εξυμνώντας το πνεύμα και τους αγώνες του Ελληνικού λαού.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

[Πραγματικότητας Αυτόχειρας] του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΠΕΖΟ


του Ματθαίου Ματθαιάδη


«Με ένα περίστροφο στον κρόταφο και δύο χρησιμοποιημένες σφαίρες αποδεδειγμένα όνειρα φονεύω. Μην εξομολογείσαι θάνατο στην σιωπηλή μου κάνη. Από μόνη της οπλίζει»

Δυο Σαββατοκύριακα τώρα σημειώνω ηλεκτρονικές απουσίες. Το ένα μετρούσα ανάσες και βήματα στα ίδια σχεδόν μαξιλάρια που μάτωναν η Πολυδούρη κι ο Ρίτσος και το άλλο από της γλαύκας τον άργυρο βρέθηκα στης Ιφιγένειας τις παρακλήσεις, να μετρώ τα σκαλοπάτια της καθέλκυσης. Ταξίδι μεγάλο δεν καταφέρνω ποτέ να κάνω όχι τουλάχιστον όπως το σκέφτομαι ή το ζητώ.
 Όπως και δεν μπορώ να συγκρατώ την σκέψη ούτε και να την κατευθύνω, μόνη της με οδηγεί, αυτόνομη και ανυπότακτη περπατάει και αγκαλιάζει όλους τους αγαπημένους.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

[Η Κατιούσα των επίδοξων ονείρων] του Μ.Ματθαιάδη

πεζοποίηση του Ματθαίου Ματθαιάδη

Αγαπημένη μου Κατιούσα,

Δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω για άλλη μια φορά την αφήγησή σου
για τα θαύματα της Αγίας Πετρούπολης, είναι τόσες πολλές οι παρουσιάσεις σου, που θαρρώ πως την έχω ήδη επισκεφθεί.

Μα αγαπητέ μου Ίλιεβιτς, πως μπορείτε να μην ζηλεύετε την θαυμάσια αυτή πόλη που επίδοξοι εραστές φέρουν ακόμη στα χείλη προσδοκώντας την έκθαμβη προσήλωση των ακροατριών;

Ω! Είναι απλό.
Είμαι τόσο γεμάτος από τις δικές μου περιηγήσεις και των φίλων μου, που ακόμη και αν κανένα δρόμο πέρα από την οδό Βιάτσκι (
Vyatskiy) δεν είχα δει, πάλι πλήρης θα αισθανόμουν .

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Οι κυρατζήδες της ψυχής.

[ΑΡΘΡΟ] του ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΜΑΤΘΑΙΑΔΗ
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΗΛΗ [ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ]



Στα χρόνια του Βυζαντίου και παλιότερα τους ψυχικά ασθενείς τους έδεναν είτε στο ιερό των εκκλησιών είτε σε κάποιους στύλους με αλυσίδες και τους άφηναν μέρες να ουρλιάζουν και να χτυπιούνται με τους δαίμονές τους. Τα ταραγμένα τους μυαλά δεν συνέρχονταν ποτέ . Σαν σημερινό φαινόμενο οι ψυχικές ασθένειες καταπολεμούνται με φαρμακευτική αγωγή. Ελάχιστα διαταραγμένα όμως μυαλά ακολουθούν άλλες θεραπευτικές μεθόδους, την φυγή και τις πανάρχαιες διαδρομές των εμπορικών καραβανιών. Εκεί η φυγή είναι γνωριμία , κυνήγι κυριαρχίας και επιβολής. Οι εμπορικοί δρόμοι έφεραν σε επαφή λαούς και προϊόντα όπως τον 16ο αιώνα τον καπνό.

Οι πρώτοι που άρχισαν μάλιστα να καπνίζουν ήταν οι άνθρωποι των ανώτερων τάξεων και στη συνέχεια η συνήθεια εξαπλώθηκε. Γρήγορα ήρθαν και τα πρώτα καπνοχώραφα γύρω από τη Θεσσαλονίκη και σε άλλες θέσεις της Μακεδονίας. 
Η δράση των Μακεδόνων, Ηπειρωτών και Θεσσαλών πραματευτάδων – εμπορευόμενων, οι οποίοι με μεταγωγικά ζώα μετέφεραν εμπορεύματα από τη Βόρεια Ελλάδα και γενικότερα από το Αιγαίο και την Ανατολή σε πόλεις της Βαλκανικής και Κεντρικής Ευρώπης είναι γνωστή και με μεγάλη σημασία, η επιρροή τους μεγάλη και η εξάπλωση του Ελληνισμού με ίδρυση Πόλεων και δημιουργία δεσμών και διάδοση Πολιτισμού σε πλήρη ανάπτυξη. Από την Δρόπολη και το Αργυρόκαστρο μέχρι την Βάρνα, από τα Γρεβενά και το γεφύρι του Ζιάκα μέχρι την Πράγα,  από την Καστοριά στην Μοσχόπολη και την Βουδαπέστη κι από παντού στους δρόμους της Ανατολής .  Έτσι μύρισε καπνό κι εξωτικά μπαχάρια το αίμα και τράβηξε για τα ορεινά Κερατζίδικα μονοπάτια με τις μνήμες και τις περιγραφές από λογοτέχνες και περιηγητές . Ο Κ.  Κρυστάλλης, στη μελέτη του οι "Βλάχοι της Πίνδου" αναφέρεται ειδικά για το επάγγελμα των κυρατζήδων, οι οποίοι με μεγάλα καραβάνια διέσχιζαν την Ήπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Αλβανία. Ο Victor Berard, στο έργο του "`Ελληνισμός και Τουρκοκρατία" κάνει αναλυτική μνεία στα βλάχικα καραβάνια, που διέσχιζαν την Αλβανία και έφταναν ως το Δυρράχιο που αποκαλεί "βλάχικο λιμάνι". 

Ο Pouqueville μαρτυρεί: "βρήκα στην Κόνιτσα ένα Βλάχο που έκανε το εμπόριο με καραβάνια ανάμεσα σε Αλβανία και το Βουκουρέστι" και ο Γάλλος Philippe de France, περιγράφοντας το ταξίδι του από τη Ραγκούσα στην Πόλη, μέσω της Σόφιας και Φιλιππούπολης, λέει "το καραβάνι αποτελούνταν από 300 μουλάρια, και το οδηγούσαν Βλάχοι αρματωμένοι".

Πόση ευλογία στάζει στην ψυχή από τα πατήματα αυτά των μουλαριών και τους αχούς του αγωγιού;
Πες πως λευτέρωσες το ψωμί από την τραχιά σακούλα που το κουβαλούσες μέρες στην πλάτη και το έκαμες αντίδωρο στο παραμεθόριο πρόσταγμα του ουρλιαχτού σου. Και μες την νύχτα στο χαγιάτι του χανιού ο χανιτζής έσπερνε τσίπουρα στα λιθάρια για φιλέψει τις ψυχές που χάθηκαν στο διάβα του μεγάλου ποταμού.
Καβάλα στο γεφύρι με μαύρο άλογο να αστράφτει 
έτσι θυμάμαι τα μεγάλα όνειρα, να σκαλώνουν τα πέταλά τους στα πλακόστρωτα τόξα με το ορμητικό νερό να ερωτεύεται την οπλή και τα ανοιχτά ρουθούνια.
Σαν καπνός με εξωτικά μπαχάρια που κυλάει στο αίμα..


Ο παρακάτω σύνδεσμος παραπέμπει σε άκουσμα Ηπειρώτικου τραγουδιού




σοδειά [xρονογράφος] 
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΘΕΞΗ

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ [ΒΕΝΕΖΗΣ]

[ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ] ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ - ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΥΛΙΚΟΥ: ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΑΤΘΑΙΑΔΗΣ
ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ του ΗΛΙΑ ΒΕΝΕΖΗ «Τα Κιμιντένια της καρδιάς μας»

φωτ. Ηλίας Βενέζης

* Ροδοδάχτυλος αυγή μου,
έβγα δρόσισε τη γη μου
δρόσισε, δρόσισε τα χορταράκια
και τη μαύρη μου ψυχή
Να διαβώ, να διαβώ εις τους λειμώνες
και με ρόδα να στεφθώ
Την αγάπη μου να έβρω
και να την, και να την γλυκασπαστώ.
Πρόβαλε, πρόβαλε σε καρτερούνε
τα αρνάκια τα λευκά
σε προσμένει η φιλομοίρα
εις τα έρημα βουνά.
Φύγετε ωχραί φροντίδαι
σύρτε βάθη τρομερά
ν' αγαπώ να μ' αγαπάνε
είν' η μόνη μου χαρά.





Έρχεται σαν κύμα μυρωδάτο το τραγούδι της Αιολικής Γης με την θλιμμένη του υπόσχεση της αυγής να δέσει με τον γλυκάνισο στον ουρανίσκο και τα αγαπημένα μάτια που πρόσφεραν τις πολύτιμα δεμένες μνήμες που ανακάλυψαν στο σκονισμένο ράφι του παλαιοπωλείου, γιατί έτσι είναι οι μνήμες, χορεύουν στα σκοτάδια ενώ την μέρα στέκουν σιωπηλές ανάμεσα σε άλλες μνήμες στριμωγμένες να περάσει ένα βλέμμα, ένα χάδι, μια ανάσα και να δεθούν μαζί τους, να βγουν με τα μαλλιά ξέπλεκα στα πολύβουα σοκάκια και να ξαναπάρουν ζωή πίνοντας ούζο και τρώγοντας αγάπη. Με δεμένη στην ράχη την Δωρική κι αγνή ψυχή προσμένει όλη αυτή η μνήμη να λυθεί , να αφηγηθεί, να πλάσει τις αισθήσεις με την Γη της Ιωνίας με τον κέδρο και το αλάτι, γιατί, με κέδρο κι αλμυρή γη χτίσθηκε ο κόσμος κι ύστερα πρόβαλαν τα Κιμιντένια.

*ΟΤΑΝ παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν' αναδύονται απ' το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ' τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο - ω, πόσο διαφορετικό! Γι' αυτό είπαν τα κύματα:
        «Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
        Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα - όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
        Τ' άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ' άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ' τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
        «Ας κάμουμε κ' εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να 'ναι σαν το νησί!»
        Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.
        Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.

Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη, ένα παράξενο παραμύθι, γεμάτο ανήσυχη νοσταλγική ποίηση που, δεν είναι ούτε αισθηματική ούτε θρηνητική, παρ όλη την τραγωδία που πρόκειται να ξεσπάσει αργότερα. Aνάμεσα στους εργατικούς και αγαθούς χωρικούς κινούνται οι απίθανες μορφές των κυνηγών, των ληστών και των κοντραμπατζήδων, που τα ηρωικά τους κατορθώματα παίρνουν κατά κάποιον τρόπο χαρακτήρα τελετουργικό - ολοκληρώνοντας μια γοητευτική εικόνα ζωής που ο πόλεμος την κατάστρεψε για πάντα.Είναι μια σειρά από επεισόδια όπως τα βλέπουν τα μάτια ενός παιδιού, του Πέτρου, που η η περιπέτειά του φαίνεται κάτι το φυσιολογικό. Μας μεταφέρει στα Κιμιντένια, βουνά της Μικράς Ασίας, όπου ζει η οικογένεια του μικρού Πέτρου με αρχηγό τον παππού. Ο Πέτρος, με την πιο αγαπημένη από τις τέσσερις αδερφές του, την Άρτεμη, παιδιά ακόμα, ζουν σε ένα μαγικό κόσμο γεμάτο παιδικά όνειρα που όμως σιγά-σιγά γκρεμίζεται όταν έρχονται σε επαφή με την αδικία, την κακία και τον πόλεμο. Ζούνε τον ξεριζωμό απ’ τον τόπο και τη γη τους και την προσπάθεια να στεριώσουν σε ένα καινούριο μέρος. Είναι ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.
Γράφει ο Άγγελος Σικελιανός στον πρόλογό του:
**Και να , προχτές, που ανοίγω ξάφνου την «Αιολική Γη» του Βενέζη.
Μια γλυκειά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα απ' τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μα φύλλα δέντρου, δέντρου νεώτατου και δέντρου προαιώνιου, που με τυλίγει με το σάλεμά του, που θροεί ολοένα σιγανότατα στ' αυτιά μου, που επικοινωνεί με το αίμα μου, το νου μου, την καρδιά μου, και με τη σειρά του με βοηθάει να κοινωνώ ξανά σε κάποια νέα μου πλατειά επικοινωνία με τον κόσμο όλο: με τη θάλασσα, με τα βουνά, με τα χωράφια, με τα ζώα, με τις ψυχές.

Γιατί έτσι γίνεται στις μνήμες που συντηρείς, μια επικοινωνία ψυχής οπού το αόρατο νήμα που δένει το προαιώνιο θεμέλιο του ανθρώπου ταλαντώνεται  στο συνεχές του χρόνου, σε καλεί και θες δεν θες αχνοπατώντας αφουγκράζεσαι τους ήχους της Ιωνικής γης και του κόσμου όλου.

*Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ' ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Τα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ' έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Κ' ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
        «Περιμένετε να 'ρθουμε! Περιμένετε να 'ρθουμε κ' εμείς στη Ροδοπαπούδα!»
        «Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ' το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!»


**«Τίποτα δεν μπορεί (γράφει ο Βενέζης) να ταράξει την αυστηρή πειθαρχία αυτών των ήχων. 
Επιβεβαιώνουν την καλή τάξη, τη συμφωνία τον κόσμου. Τους ακούει να πορεύονται πίσω του ο τσιτμής, και είναι ήσυχος πως όλα πάνε καλά στη γη.
Μπορεί να τύχει μια στιγμή — μια ελάχιστη στιγμή — να λείψει ένας ήχος.
Η αρμονία πάσχει μονομιάς κι ο τσιτμής καταλαβαίνει πως κάτι χάλασε στην τάξη του κόσμου. Τότε μονάχα παίρνει το πρόσωπό του ανήσυχη έκφραση και γυρίζει πίσω του να δει. Σταματά, κατεβαίνει απ' το γαϊδούρι του, πάει και ξαναδένει στο καραβάνι την καμήλα που έκοψε το σκοινί. Και η συμφωνία ξαναρχίζει».

Όλα είναι μια συμφωνία, μια ισορροπία στο κοσμικό διαπασών. Διαβάζοντας την «Αιολική Γη» επιστρέφεις. Επιστρέφεις στην αρμονία και την αγνότητα της παιδικής ψυχής. Κοιτάς τον Ήλιο δίχως να πονούνε τα μάτια, δίχως να σε τυφλώνει η φλόγα της αγάπης, δέχεσαι, αισθάνεσαι, δένεσαι, με την έλξη του σύμπαντος, δίχως να υποκύπτεις στην Αυλή των Μεδίκων και την ειμαρμένη.
Γιατί δεν είναι μοίρα ή πεπρωμένο αλλά μια φυσική συνέχεια του εαυτού σου η ανάγκη να αντικρίζεις σε ένα πρόσωπο τον κόσμο κι ο κόσμος άρχισε τόσο φυσικά και τόσο αθόρυβα όσο μια ανάσα, όσο ένα ταξίδι στο Αιγαίο κι έπειτα στην Μεσόγειο κι ύστερα στον μεγάλο Ωκεανό.

Πέρα απ' τον τόπο με τις οξιές, στην κορφή της χαράδρας που είναι το
πιο απάτητο μέρος στα Κιμιντένια, η μεγάλη αρκούδα έχει  σκάμει ανάμεσα
σε δυο βράχους τη φωλιά της. Την έστρωσε με πυκνόφυλλα κλαδιά, και μ'
άλλα κλαδιά έφραξε την μπούκα της. Σα γέννησε το μικρό της, στην αρχή
του καλοκαιριού, πήγε και ξερίζωσε άγρια θάμνα κ' έφραξε ακόμα πιο
πολύ τη φωλιά της. Έτσι θαρρεί πως είναι ασφαλισμένη απ' το μάτι τ'
ανθρώπου.
...
 «Τι γίνανε οι άλλες οι αρκούδες της φυλής μας που ήρθανε στα
Κιμιντένια;» ρώτησε.
Περίλυπα κούνησε το κεφάλι της η μάνα του.
«Κι εδώ μας βρήκε ο άνθρωπος. Χάθηκαν όλες απ' το χέρι του».
«Τι έχει μ' εμάς ο άνθρωπος; Τι έχει με τη φυλή μας;»
«Του μοιάζουμε», είπε η μεγάλη αρκούδα. «Μπορούμε να σταθούμε στα
δυο ποδάρια καταπώς στέκεται αυτός. Μπορούμενα χορέψουμε ολόρθες
σαν αυτόν. Μπορούμε όπως αυτός να σηκώσουμε αλυσίδες. Του
μοιάζουμε».
«Και μ' αυτό τι;»
«Ο άνθρωπος αγαπά να χτυπά όσους του μοιάζουν», είπε πάλι η μεγάλη
αρκούδα. «Αγαπά να σκοτώνει τον όμοιό του».
«Αχ!» στενάζει το αρκουδάκι, κ' είναι ο πρώτος στεναγμός που βγαίνει
απ' το στόμα του στον κόσμο. «Τι καλά που θα 'ταν να μην ήταν ο
άνθρωπος».
«Τι καλά που θα 'ταν», είπε η μεγάλη αρκούδα.

Τί καλά που θα ήτανε, δίχως την έγνοια του ανθρώπου, μονάχα με τα προτερήματα να λαμβάνεται  η αξία  προπατορικά, ως  ύλη, ως πνεύμα, να είναι  οντότητα απαλλαγμένη  του θυμού, της διεκδίκησης, της ανταμοιβής, με παιδική καρδιά  που ακόμη εξερευνά κι αντέχει, με μόνη αυτή πληγή, αυτή που έχει στα γόνατα ή στο κεφάλι από το πείσμα να φτάσει τον αϊτό  μόνο γιατί ήτανε μικρός κι αγάπησε. Τι καλά που θα ήτανε, να μένει ο τόπος γόνιμος απ τους ανθρώπους ακόμη κι αν ποτίζεται η γης με αλάτι ακόμη κι αν σκάβεται με τα  νύχια και όχι να κερδίζεται με αίμα  με ξεριζωμό. Γιατί η Γης δεν είναι του ανθρώπου γεννήθηκε από αλάτι  κέδρο και Φως, την έχτισαν οι άνεμοι  και της χάρισαν μνήμη, να κουβαλάει  σε κάθε μόριο από την σκόνη της, έτσι όπου και να είναι ο άνθρωπος  αρκεί να είναι ζωντανή η καρδιά του και να την θυμάται, τότε μένει ζωντανή, τότε ξυπνούν τα Κιμιντένια.

*Είναι κάπου, σ' ένα υποστατικό της Ανατολής, κάτω απ' τα βουνά που τα
λένε Κιμιντένια, ένα δωμάτιο «Κίτρινο». Τα σπαθιά, που είναι κρεμασμένα
κει μέσα, τις νύχτες ξυπνούνε. Από κει κάποτε πέρασε ένας άνθρωπος.
Πορευόταν τους δρόμους της Ανατολής γυρεύοντας ένα καμήλι με άσπρο
κεφάλι. Το μοναδικό καμήλι με άσπρο κεφάλι που κάποτε πέρασε απ' τη
ζωή του και χάθηκε
Απ' το ίδιο μέρος πέρασε κ' ένας άλλος άνθρωπος. Τραβούσε για τη
μακρινή την Ιερουσαλήμ, κυνηγώντας να πιάσει τους ήχους…
Εκεί, κάτω απ' τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, είναι μια σπηλιά όπου
πάνε τ' αγριογούρουνα που γέρασαν, για να πεθάνουν. Μια σαλαμάντρα,
μια μικρή χελώνα, μια κρεμασμένη νυχτερίδα περιμένουν το θάνατο. Δεν
προλάβαμε, Άρτεμη, να κρεμάσουμε στο λαιμό μας το ψιλό κόκαλο του
πουλιού, πλάι στο χρυσό σταυρό μας. Έτσι θα μας αγαπούσαν όλοι. Μα
δεν προλάβαμε.
Όμως παραπέρα, πέρα απ' το Ποτάμι των Τσακαλιών, είναι η φωλιά του
αϊτού. Εκεί μια καλοκαιρινή μέρα ήρθε η καταιγίδα. Ας είναι βλογημένη.
Όλες πια οι καταιγίδες που είναι να 'ρθουν θα θυμίζουν εκείνη. Ας είναι
βλογημένη.
Και πιο πάνω ακόμα, πέρα απ' τη χώρα με τις οξιές, πέρα απ' τη χώρα με
τις αγριοβαλανιδιές, στο φρύδι της μεγάλης χαράδρας, μια ντουφεκιά που
πέφτει βρίσκει τη μεγάλη αρκούδα του Λιβάνου. Έχει ένα μωρό, ένα
αρκουδάκι με μαύρη τρίχα. Η μεγάλη αρκούδα θα πεθάνει. Κ' ένας
κυνηγός, που έχει στο κεφάλι του μαντίλα με κίτρινα άστρα, κι αυτός θα
πεθάνει. «Γιατί;» λένε οι τσαλαπετεινοί και τ' αγριοπερίστερα. «Για την
αγάπη», αποκρίνουνται οι βαλανιδιές.
Άρτεμη, εσύ κ' εγώ δε θα 'μαστε, Άρτεμη, στην ξένη χώρα έρημοι. Από δω
και πέρα σ' όλες τις μέρες, ως την άκρη του τέλους, δε θα 'μαστε έρημοι.

Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρα μας με λίγο χώμα απ' τη γη τους στον κόρφο . Για να φυτέψουν ένα βασιλικό,  στο ξένο τόπο που πάνε.
Για να θυμούνται. Την Γη, την Αιολική Γη .

εντύπωςΕΔΩ

Βιβλιογραφία – παραπομπές

* Ροδοδάχτυλος Αυγή μου 
Παραδοσιακό Μικρασιάτικο τραγούδι. Τραγουδιόταν κατά κύριο λόγο στην Ερυθραία, στην περιοχή της Σμύρνης αλλά και αντίκρυ, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
**   ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ
«ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΓΗΣ»
* «Βενέζης Ηλίας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας3. Αθήνα, Χάρη Πάτση
* Χατζίνης Γιάννης, «Ηλία Βενέζη: Αιολική γη», Νέα Εστία36, ετ.ΙΗ΄, 15/9-1η/11/1944αρ.415-418, σ.859-861
* Γιώργος Βαλέτας , «Ο Μαρτυρικός θριαμβικός ανήφορος του» περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 1139 Χριστούγεννα 1974


Ηλίας Βενέζης (1904 - 1973)
Ο Ηλίας Βενέζης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ηλία Μέλλου) γεννήθηκε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας, γιος του Μιχαήλ Δ. Μέλλου και της Βασιλικής Γιαννακού Μπιμπέλα. Είχε έξι αδέρφια.
Έγινε γνωστός για τα μυθιστορήματά του Αιολική Γη, Το νούμερο 31328 και το θεατρικό έργο Μπλοκ C. Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Έγινε ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας του οποίου τα έργα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, κάνοντας γνωστή την ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου.


Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Ματθαίος Ματθαιάδης [ποίηση]

Ματθαίος Ματθαιάδης [δείγμα γραφής + πρώτη εκδοτική απόπειρα]




Προλογίζει η Μαρία Ροδοπούλου


η ποίηση
Ένας αγωνιώδης δρόμος αντοχής στους γκρεμούς του εσώτερου. Ποιός θα γλυτώσει για να πει την ιστορία; Όσο και να διηγείσαι όμως κατακλυσμούς εάν δεν βρεθείς στο μάτι του κυκλώνα είναι σαν να παρακολουθείς την καταστροφή από την πρώτη κιβωτό που έσπευσες να επιβιβαστείς. 


Ο Ματθαίος Ματθαιάδης γράφει με δάκτυλα που μόνο οι εμπειρίες κατολίσθησης ψυχής καθοδηγούν. Η αλήθεια μεταμφιεσμένη σε ποίηση όπως εξάλλου οφείλει να είναι μία από τις πιο δύσκολες  τέχνες. Βαθιά προβληματισμένη ποίηση που αντικατοπτρίζει τον σημερινό άνθρωπο, την αγωνία, την θλίψη και την μοναξιά. Ανάγνωση για όσους αντέχουν τις πορείες χωρίς δίχτυ ασφαλείας στα μάτια τους. Τα ποιήματα δεν έχουν μέσα τους καταπραϋντικά φάρμακα. Δεν δίδεται Λωτός ούτε καν μια Ιθάκη ανταπόδοση. Χωρίς αιμοστατικούς επιδέσμους ο Ματθαίος Ματθαιάδης, μας δείχνει όλες τις αιμορραγούσες πληγές και με ακρίβεια χειρουργού ανοίγει και κάποιες που δεν ξέραμε πως υπήρχαν. 







Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Ματθαίος Ματθαιάδης γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Αλλά το πνεύμα, η καρδιά και η ψυχή του ανήκουν στα γλυκόπικρα χώματα της Ηπείρου. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την ζωγραφική και επαγγελματικά με την δημιουργία μοναδικών κοσμημάτων με την γιαπωνέζικη τεχνική mokume-ganeΕίναι μέλος της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού »σοδειά». «Οι Παραμεθόριες Εποχές» είναι η πρώτη ποιητική του συλλογή. Διατηρεί τη δική του προσωπική ιστοσελίδα στο διαδίκτυο. ΕΔΩ θα βρείτε και παλαιότερα έργα του συγγραφέα. 



Ακολουθεί δείγμα γραφής [τρία ποιήματα] του συγγραφέα:


Eξασθενώ


Σκόρπια φέρετρα
τα στίγματα της λέξης
φορούν στεφάνια
κόκκινης νύχτας
Aντάμα με τον θάνατο απόψε
κερνά τα χείλη του ματαίου
Φωτιά στο δάσος μνήμης άθλιας
με λύκων ουρλιαχτά
Ραψωδία
στρώνει τον δρόμο σε άγνωστη μέθη
Ακολουθεί τα χνάρια
χρόνου περασμένου
και γίνεται τύμπανο
υστερικός χορός κλονισμένης στιγμής 


Στην Παγωμένη τούντρα της Τσουκόν

γέρνει τα δάχτυλα ο χρόνος
σκάβει στο γέρμα ο ιθαγενής
φορά τομάρι τάρανδου την νύχτα
και εύχεται η προσευχή να φτάσει
σε έναν τόπο που μόνο φως και ήλιος θα την λούζει

Εξασθενώ ...

Θα πεθάνω μια μέρα
σε ένα μέρος τόσο ξένο 
Θα σβήσω το φως
και θα αιωρηθώ πάνω από τα γαλάζια παγόβουνα


Αγοραπωλησίες

Υποθέτω πως εκείνα τα δύο κάρβουνα 
αποκτούν την λάμψη της αψιάς μυρωδιάς 
όταν καλύπτει το μαύρο πέπλο 
ρυτίδες ασφάλτινες 
Η ανοιχτή στοά υποδέχεται διακριτικά τα σπίρτα 
που κυλούν στην διακορευμένη φλέβα 
ενώ απέναντι αγοράζονται κοινοποιήσεις 
Μια αόριστη οριοθέτηση 
που παραβιάζει κανόνες ευπρέπειας στο παρών 
όπως κρύβουν τα χέρια διογκωμένο σπέρμα 
Αφού το ήξερες 
η ευθύνη της μέρας δεν περιορίζεται 
και το κεντρικό σου επεκτείνεται 
πέρα από κάθε ελεγχόμενη διάθλαση 
αλλά εσύ επιμένεις 
τα ξερά χόρτα της αυλής μόνο να βοτανίζεις




Εξομολόγηση

Ένα ποσοτικά απροσδιόριστο θέλω απέμεινε 
βγάζοντας κοροϊδευτικά την γλώσσα 

η διατύπωση του -δεν μπορώ- σαφής και αμετάκλητη 
Πόσο δυνατά τραβούσαν εκείνα τα 200 και χιλιόμετρα 
τα μεθυσμένα παραλογισμό άτια 
σαν έψαχναν τις φτέρνες ταπεινά  
όταν ποθούσαν αδύναμα χάρτινα φιλιά 
παρακαλώντας να μην έρθει η λησμονιά γοργά 
Γιατί να πιστέψω τα φυλλοβόλα βήματα 
όταν μοιράζει η παλίρροια όστρακα αδειανά 
Απέμεινα νύχτας κρώξιμο 
Να βαφτίσω τον ουρανό κρασί 
και με μιας να τον πιω 
Μεθυσμένος έπειτα θα ξερνώ όσα βαραίνουν 
όσα αγκαθιασμένα βλέμματα 
και όμοια -αγαπημένε- εισέπραξα 
Μόνο φοβάμαι μην χαλάσω τις ρωγμές 
που ειρωνικά χασκογελούν 
σε κάθε έλλειψης επιστροφή 
Ο ένας είχε κόκκινο βήμα 
που χάραζε κάθε τόσο αναχωρήσεις 
ο άλλος νότες στοίχειωνε στις γραπτές απολογίες 
Ένας ακόμη
 ύστερα από μια γιορτή 
το φλογερό έλαβε φιλί της λήθης στην ασημένια φτέρνα 
Πόσα κλειδιά σκορπίζονται σε μια γουλιά ωκεανό 
πόσα κρυμμένα -σ' αγαπώ- 
κάτω από 2ωρα μαξιλάρια 


Αν αδειάσω  ουρανό 

ύστερα πού θα καρφώνω τα σπλάχνα μου ;

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Η γέφυρα του Mirabeau [Γκιγιόμ Απολινέρ]

[μεταφράσεις] Guillaume Apollinaire
απόδοση στα ελληνικά: Ματθαίος Ματθαιάδης


Portrait of Guillaume Apollinaire, c. 1904-1905
Η γέφυρα του Mirabeau {Γκιγιόμ Απολινέρ}

Σε συμφωνία με την γέφυρα του Mirabeau ρέει ο Σηκουάνας
Μαζί και η αγάπη μας
Ανακαλώντας στην μνήμη την χαρά
θυμάμαι πως ακολουθεί παντοτινά τον πόνο
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Τα χέρια προσκολλούνται σε χέρια
τα πρόσωπα ενώνουν πρόσωπα
ενώ κάτω απ' την γέφυρα
περνά κουρασμένο το αιώνιο κύμα
με την Αγάπη οπλισμένη ορμητικό νερό
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Ο έρωτας περνάει σαν βιαστικό νερό
Η αγάπη διαβαίνει
αργά όπως διαβαίνει η ζωή
σκληρή σαν την ελπίδα
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Αναπολώ τις ήμερες που περνούν
και τις βδομάδες που χάνονται
Μήτε ο χαμένος χρόνος
μήτε ο έρωτας που πέρασε επιστροφή έχουν
Σε συμφωνία με την γέφυρα του Mirabeau ρέει ο Σηκουάνας
Η νύχτα πέφτει ηχηρή καθώς σημαίνει η μέρα
οι μέρες περνούν κι επιστροφή δεν έχουν
[ελεύθερη ᾶπόδοση (ευθυνών) Μ.Μ]


LE PONT MIRABEAU
Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Et nos amours
Faut-il qu’il m’en souvienne
La joie venait toujours après la peine
Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure
Les mains dans les mains restons face à face
Tandis que sous
Le pont de nos bras passe
Des éternels regards l’onde si lasse
Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure
L’amour s’en va comme cette eau courante
L’amour s’en va
Comme la vie est lente
Et comme l’Espérance est violente
Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure
Passent les jours et passent les semaines
Ni temps passé
Ni les amours reviennent
Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure
[de Guillaume Apollinaire]


Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ ΦΟΙΝΙΚΙΑΣ [Ηλίας Λάγιος]

[ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ] ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑ

ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ  ΦΟΙΝΙΚΙΑΣ [Ηλίας Λάγιος]
αναδημοσίευση υλικού από τη ΣΟΔΕΙΑ τχ.12 [ΙΟΥΝΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012]
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ - ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΥΛΙΚΟΥ: Ματθαίος Ματθαιάδης


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Η ομάδα έκδοσης του εντύπου ευχαριστεί θερμά για την παραχώρηση του δικαιώματος της δημοσίευσης του έργου στη σοδειά τχ.12 / σελ.16 έως 23, τον εκδοτικό οίκο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ και ιδιαιτέρως τον εκδότη του, Χρήστο ΔάρραΗ “Φοινικιά” δημοσιεύτηκε στην Ασάλευτη Ζωή και έγινε αυτόνομο βιβλίο από τις Εκδόσεις Ιδεόγραμμα. Ο Ηλίας Λάγιος για τις εκδόσεις Ιδεόγραμμα έχει γράψει ακόμη, την Εισαγωγή στα έργα "΄Ο Τάφος", "Σατυρικά Γυμνάσματα" καθώς επίσης συνέταξε και το Γλωσσάριον, 60 σελίδων στην Ασάλευτη Ζωή, του Κωστή Παλαμά.


ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ
α. Στον Ίσκιο της Φοινικιάς [επιμέλεια έκδοσης: Ηλίας Λάγιος]
β. Αποσπάσματα του έργου, η "Φοινικιά" του Κωστή Παλαμά [σύνδεσμος με την έντυπη σοδειά]
γ. Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος (Άρτα 1958- Αθήνα 2005), σύντομο βιογραφικό.



_____________________________________________________________________



α. ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ  ΦΟΙΝΙΚΙΑΣ
Στην μνήμη του Ηλία Λάγιου που την αγάπησε

οὗ γάρ πω τοιόνδε ίδον βροτὸν ὀφθαλμῖσιν,
οὒτ’ ἂνδρ’ οὔτε γυναῖκα· σέβας μ’ ἔχει εἰσορόωντα.
Δήλῳ δὴ ποτε τοῖον Ἀπόλλωνος παρὰ βωμῷ
φοίνικος νέον ἔρνος ἀνερχόμνενον ἐνόησα·
ἦλθον γὰρ καί κεῖσε, πολύς δε μοι ἒσπετο λαός,
τήν οδόν, ἦ δή μέλλειν ἐμοί κακά κήδε’ ἒσεσθαι,
ὦς δ’αὒτως καί κεῖνο ἰδών ἐτεθήπεα θυμῷ
δήν, ἐπεί οὒ πω τοῖον ἀνήλυθεν ἐκ δόρυ γαίης,
ὡς σε, γύναι, ἂγαμαι τε τέθηπά τε, δείδια δ’ αἰνῶς
γούνων ἂψασθαι· χαλεπόν δε με πένθος ἱκάνει. 
Ὀδύσσεια, Ζ, 160 – 169


Ὅταν καὶ ὁ τρίτος δερβίσης ἔπαψε νὰ μιλᾶ, ὁ Χαλίφης στράφηκε
στὸν Ὀμὰρ  Ναζαράτ, αὐτὸν ποῦ τὸν ἔλεγαν Ὀμὰρ ὁ Ἐξηγητὴς
καὶ τὸν ρώτησε ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἑρμήνευσε σωστὰ
τὸ ἱερὸ Κοράνιο. Αὐτὸς τοῦ ἀπάντησε: Κύριέ μου, τὰ λόγια καὶ
τῶν τριῶν ἦταν σοφά. Ὅμως αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ ἑρμηνεύει τὸν Λόγο
τοῦ Θεοῦ εἶναι μόνον  ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. 
Χάτζι ἀλ Δηούμ, Παροιμίες





Α. τόπος τς Φοινικις

     φοινικι  γράφεται  τ 1900, κατ  τν ρητ χρονολόγηση
το ποιητ. Θ πρωτοδημοσιευθ τ 1904 στν σάλευτη ζωή,
πέμπτη π τς ννέα νότητες στς ποες ποδιαιρεται συλλογ
 (πλν βεβαίως, το προλογικο κα το πιλογικου ποιήματος). Το-
ποθετημένη κόμη κα χρονολογικ στ κέντρο τς σάλευτης ζως
πόλοιπα ποιήματα κατανέμονται π τ 1896 ως κα τ 1904)
δν μπορε παρ ν θεωρηθ κδοτικ πυρήνας, καταλύτης της
συνθέσεως. Ατ φανερώνουν τ κδοτικ γεγονότα κι ατ δν θ
μποροσε παρ ν ταν κα βούληση το Παλαμ . Θ δομε τι
πράγματι εναι πυρήνας τς σάλευτης ζως (λλ κα λης της
παλαμικς ποιήσεως) μως μ ναν τρόπο πολ περισσότερο δρ-
ματικ π’ τι Παλαμς θ θελε. Μετ τν Φοινικι κάθε ποίημ
του θ εναι καταδικασμένο ν κρίνεται κα ν ποτιμται σ σχέση
μ τν βαθμ συγγενείας του ς πρς ατν . Τελείως σχηματικ θ
λεγα τι τ ποιητικ σύμπαν του Παλαμ εναι να  λιακ σύστη-
μα μ τν Φοινικι πλαν του κα τ πόλοιπα ποιήματά του ν
περιστρέφονται καθς πλαντες γύρω της. Κα γι ν φτάσουμε τ
σχμα στ κρα του, θ πρεπε ν θεωρήσουμε ς «καλόν» τν θέρ-
μότητα το πλανος. σο πι μακρι π ατν νας πλανήτης τό-
σ λιγότερη κα ζέστη πο δέχεται. Κα, δυστυχς, σ’ ατ τ
πλανητικ σύστημα γγς το λίου τς Φοινικις θ συναντήσουμε
μόνο τος στεροειδες κάποιων μικρν λυρικν του. Ο τροχις
τν μεγάλων του «συνθέσεων» ( Φλογέρα το Βασιλι, Δωδε-
κάλογος το Γύφτου) γγράφονται στν παγωμένη περιφέρεια
στν καλύτερη περίπτωση  ( σκραος, Τ εροπλάνο ), παρομοιά-
ζουν μ κομτες ο ποοι λλοτε πλησιάζουν τν λιο κα λλοτε
πομακρύνονται π ατόν.

  
Β.  φων τς Φοινικις

     Φοινικι ποτελεται π 312 αμβικος  δεκατρισύλλαβους
κατανεμημένους  σ 39 κτάστιχες στροφές. ς τ δομε να πρς
να.
     αμβικς δεκατρισύλλαβος ν κα πρωτοχρησιμοποιήθηκε  π
τν Ραγκαβ κα τος ποιητς τς καθαρεύουσας νθισε στ χέρια
το άκωβου Πολυλ . Δυ σονέτα το (δίως λαμπρς  ρα-
σιτέχνης ) κα , πρωτίστως ατ , μετάφραση το μλετ , μας χ-
ρισαν ναν μελωδικό, ελίγιστο λλ κα ερωστο στίχο , ποος
διατηρώντας τν ταχύτητα το νδεκασυλλάβου θ χει ς γνώρι-
σμ μία νεση , μία ερυχωρία, θ λεγα , τν ποία συναντομε μό-
νν στν δεκαπεντασύλλαβο. Τέλος τ καθ’ λοκληρίαν πεποιημένον
το θ φήση στος χειριστς το τ περιθώρια γι μία ποικιλία
τομν κα παρατονισμν στ σωτερικό του πο θ τν ναδείξουν
ς τν  κατ’ξοχν δραματικ στίχο τς  ποίησής μας. τσι μπορού-
μέ, λοιπόν, ν δομε τ σονέτο το Παλαμ, ταν πέθανε Πολυλς
( γραμμένο, σφαλς, σ αμβικ δεκατρισύλλαβο ) ς στάση θική,
πράξη  δικαιοσύνης. Παλαμς θ νακαλύψη τν δεκατρισύλλαβο
τ 1894 κα μέχρι τν Φοινικα θ τν πεξεργαστ διεξοδικ στς
δυ πρτες νότητες τς σάλευτης ζως ( Πατρίδες – πλν  τέσ-
σαρων ποιημάτων , τ να  γραμμένο μεταγενέστερα, Γυρισμς ).
διος  θ καλύψη  λο τ κεν στν καλλιέργεια το δεκατρισύλ-
λαβου  νάμεσα στν Πολυλ  (κα τς μεταφράσεις το  Καλοσγο-
ρο ) κα τν δικιά  του  Φοινικι σημειωθον δ κα τ  θαυμά-
σια  γάπης λόγια του φταλιώτη ).
   Λίγα κα γι τν κτάστιχη στροφή, τν στροφ πο καθιέρωσε
κα νομιμοποίησε στν γλώσσα μας Σολωμς μ τν Λάμπρο, τν
«χτάβα». πακούοντας  στ αστηρ ταλικ σχμα μοιοκαταλη-
ξίας (αβαβαβγγ) χει τ πλεονέκτημα τς τριπλς παναλήψεως  τν
δυ πρώτων καταλήξεων (β) νορχηστρωμένων σ’ να μουσικ
φηγηματικ τέμπο, σο κα τν δραματικ νακοπ του π τ
μοιοτέλευτο δίστιχο,
    Χρησιμοποιώντας τν συνδιασμ αμβικο δεκατρισύλλαβου κα
χτάβας  (ναδεχόμενος διπλ τν πτανήσια κληρονομία ) Πά-
λάμας δημιουργε τν δανικ μορφ γι τν Φοινικιά. χουμε πι
τ ργανο γι ν πάρξη κα ν κουστ να ποίημα βαθύτατα
ποστασιακό, ν  ποτυπωθον ο λεπτς διακυμάνσεις νς παρ-
ξιακο μονολόγου, ο ποχρώσεις νς δράματος τ ποο δν θ
φηγηθ παρά, ρρύθμος, θ σχολιάση τν αυτό του.
Εναι ρατς Φοινικις.


Γ1. χρόνος τς Φοινικις 

     πως, ρθότατα, παρατηρε Νάσος Βαγενάς, Φοινικι πέραν
το ν εναι μεζον ποίημα (μαζ μ τν Κρητικ κα τ Μήτηρ Θεο
εναι τ τρία μείζονα λοκληρωμένα – προσοχ – ποιήματά του
«παραδοσιακο» στίχου ) φαντάζει  κα ς μεζον στορικ παράδοξο.
ρχεται, περίπου, π τ πουθενά, ν τ μέσ το Παράσχου κα
το ρφανίδη  (δν ννο βιολογικά) , ν θέλετε, το Γρυπάρη κα
το Μαλακάση καί, κόμη, ατο το διου του Παλαμα, σ’ να
κλίμα που καλλιεργεται (στν καλύτερη περίπτωση ) λάσσων
λυρισμς κα ρχεται τί; να ποίημα, τ ποο θ μποροσαν ν
χουν νειρευθε ββς Μπρεμν κα Παλος Βαλερ δέκα
μ εκοσι χρόνια ργότερα. να ποίημα χωρς πολείμματα,
«καθαρό» μέχρι τν βιαιότητα, να ποίημα πο κ προοιμίου παρ-
νεται τν ξιστόρηση.
     ‘Εδώ, μία παρέκβαση.


Δ1. μύθος τς Φοινικις

      Ατ πο γνωρίζουμε γι τν μύθο τς  Φοινικις εναι ,τι
Παλαμς γράφει στν πρόλογό του:
     Μέσα σ’ να περιβόλι, γύρω στν σκιο μις φοινικις, κάποια
γαλαν λουλουδάκια, δ κατάβαθα, κα κε πι νοιχτά, μιλοσα
νε.Πέρασ’ νας ποιητής, (πο πέθανε τώρα), κα ρύθμισε τ μίλημα
τος τσι:
      Κα μετά; Τίποτε. Μία λυρικ κατάφαση, νας τόνος ποδοχς.
Τ ποιμα δν εναι κν καρκινικό, ν ταν θ βάδιζε π κύκλω,
στω, γι ν πιστρέψη. μως στν Φοινικι τίποτε, πολύτως τί-
πότε, δν κινεται. πάρχει να κα μοναδικ σημεο π γς (;),
κίνητο κα προαιώνιο κα μία τραγωδία πο δν καταδέχεται τν
ρχιτεκτονική.Μόνη δομ τς Φοινικις εναι Φοινικιά.

  
Ε. Τ χρμα τς Φοινικις

Κατ’ ρχς :
Τ καταχωνίαζε λα γύρω τ λιοπύρι (στ. 9)
Λαμποκοπάει νάσταση τ περιβόλι (στ. 17)
μοσκοβόλισμα, λλαξε κα λάμψη γίνε (στ. 82)
λων τν λλων εωδι σ’σς φς εναι (στ. 84)
π τ βις το λιου λα  ραδιάστε τ ξω (στ.97)
λιε τ μαρα νείρατα παρ’ τ κα πνιχ’ τ (στ.241)
Ξημέρωσε. Τ φς χίλια σου σπέρνει μάτια (στ.249)


λλ κα :

Πές μας τ φωτερ ταερινο στορία,
το μαύρου θ σο πούμ’ μες τ συναξάρι (στ.273)

Κα «λύση» :
Φοινικιά, μς ρριξεν δ να χέρι (στ.1)
Κα μήτ’ σύ, μήτε κανες δ θ μς ξέρη (στ.312)
  

Δ2. μύθος τς Φοινικις

   παρχουν, ναμφίβολα ναί, κάποιοι τύποι φήγησης. ποιος
γάπησε τν Νεαρ Μοίρα (παρ τς ρμηνεες το λλαν )
 τν Στέρνα το Σεφέρη (ς πρόθεση) καταλαβαίνει τν  φήγη-
σ τς Φοινικις. Τ ποιμα φηγεται μία δυνηρ μοναδικότητα.
Τν, παξ, παρουσία το Κωστ Παλαμ.

  
Γ2. χρόνος τς φοινικις

       Κα τώρα καταλαβαίνουμε τ «πώς» το καιρο της. Φοινικι
εναι τ γκεντρον, Παλαμς, λη κα μόνη ριστικ πραγματικό-
τς του. Παλαμς ψώθηκε σιγ σιγ πρς αυτν κα ατήν.
Χρειάστηκε χειρωνακτική, δυνηρ προετοιμασία τν, πόση ραγε
σωτερικ ζωή; γι ν πάρξη μία, κριβ στιγμή, που γινε
αυτός του.
   Φαντάζομαι τν Παλαμ τν ρα τς ελογίας. κε μλλον
θ ποδέχτηκε τ πάντα, πίκρες κα χαρές, τν Φοινικι ν πρξε
κα ποτ πλέον, μία πρόστυχη μουσικ π τουμπερλέκια κα φλο-
γέρες κα ζουρνάδες καί, πρν παρνηθ τν Κωστη Παλαμ ν
ψιθύρισε:

             π ποιν κόσμο παραστράτισες, κρίνε;
             πό της εωδις τ μάννα, π τ’στέρι
             Τ πι λευκν;
                                        Φοινικιά, κ’ μες ; Ποις ξέρει !
   
                                                               ΗΛΙΑΣ  ΛΑΓΙΟΣ [ούλιος 1997]



___________________________________________________________________




β. Αποσπάσματα του έργου θα βρείτε στην έντυπη έκδοση της σοδειάς ΕΔΩ 
[ΣΟΔΕΙΑ τχ.12 - ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2012]



____________________________________________________________________




ο ποιητής Ηλίας Λάγιος
γ. [βιογραφικό]   Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος γεννήθηκε στην Άρτα το 1958 και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Υπέκυψε στα τραύματά του στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου του 2005, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του. Έζησε στην Αθήνα και ασχολήθηκε με την επιμέλεια εκδόσεων, ενώ συνεργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, μεταξύ των οποίων η Νέα Εστία και η Αυγή. Μαζί με το Γιώργο Κοροπούλη εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό Ωλήν.
Ο Λάγιος εκμεταλλεύτηκε στην ποίησή του τόσο τον έμμετρο όσο και τον ελεύθερο στίχο, επιτυγχάνοντας την ανανέωση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και παρουσιάζοντας ένα έργο που εκτείνεται από κοινωνικά ζητήματα -την κληρονομιά του Εμφυλίου, το πολιτικό τοπίο της μεταπολίτευσης, τη μετανάστευση- έως το πρόβλημα του θανάτου και της σιωπής του Θεού. Μελετητής και δεξιοτέχνης της ελληνικής γλώσσας, άντλησε το υλικό του από παλαιότερα και νεότερα στρώματά της, ενεργοποιώντας ένα πλούσιο λυρικό ιδίωμα, στο οποίο δεσπόζει η τραγική αίσθηση της πραγματικότητας και ο ανθρώπινος σπαραγμός. Ενίοτε η γραφή του διαπνέεται από έναν καρυωτακικής προέλευσης αυτοσαρκασμό, που συχνά αγγίζει τους τόνους ενός προσωπικού εφιάλτη, ενώ άλλες φορές αναχωνεύει τον υψηλό τόνο του σικελιανικού λυρισμού. Ωστόσο, ο στίχος του δεν εκπίπτει στην αισθηματολογία ή τη ρητορεία, αλλά διασώζεται λόγω του λυρικού του οράματος.
Ιδιαίτερα επιτυχημένες στιγμές της ποιητικής του θεωρήθηκαν η σύνθεση Έρημη γη, μία παρωδία της Έρημης Xώρας του Τ.Σ. Έλιοτ, η οποία μεταγράφει, κατά το ελιοτικό υπόδειγμα, την ιστορία του ελληνικού Εμφυλίου, οι συλλογές Μουζικούλες, Πράξη υποταγής και Φεβρουάριος 2001, στις οποίες βρίσκονται μερικά από τα πιο ισχυρά λυρικά ποιήματα του Λάγιου, και ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία, μία ποιητική σύνθεση που μεταπλάθει βασικά επεισόδια από τη ζωή του Ιησού, τονίζοντας την ανθρώπινη πλευρά του και αναδεικνύοντας το δράμα του ανθρώπου που αναζητεί την πίστη.

Το έργο του Λάγιου εκτιμήθηκε από σύγχρονους κριτικούς και ποιητές και μελετήθηκε συνολικά μετά τον θάνατό του από πλήθος κριτικών κειμένων και αφιερωμάτων λογοτεχνικών περιοδικών (Αντί, Manifesto, Νέο επίπεδο, Poeticanet, σοδειά, e-poema). Κριτικοί όπως ο Αλέξανδρος Αργυρίου, ο Γιάννης Δάλλας, ο Νάσος Βαγενάς, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ο Ευγένιος Αρανίτσης και ο Ευριπίδης Γαραντούδης τόνισαν την ποιητική ιδιοφυΐα και την ιδιαίτερη προσφορά της γραφής του Λάγιου στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο. Επιφυλάξεις για τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του έργου του οδήγησαν σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις μεταξύ κριτικών, μέσα από τις οποίες η ποίηση του Λάγιου τοποθετήθηκε στο επίκεντρο των σύγχρονων κριτικών και λογοτεχνικών αναζητήσεων. Μεταξύ άλλων, καταλογίστηκε στον Λάγιο η πληθωρική χρήση παλαιότερων γλωσσικών τύπων, στην οποία οφείλεται η εντύπωση της εκφραστικής εκζήτησης. Ορισμένοι κριτικοί αναγνώρισαν στο έργο του μία ισχυρή έκφανση του μεταμοντερνισμού στον ελληνικό χώρο λόγω της παρωδιακής ενίοτε αντιμετώπισης της ποιητικής παράδοσης. Χαρακτηριστική υπήρξε τέλος η απήχηση του Λάγιου σε νέους ποιητές.

Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία: "Πρόοδοι εν προόδω", Ωλήν 1981, "Ασκήσεις Ι-ΙΧ", 1984 (με το ψευδώνυμο Αλέξης Φωκάς), "Τα κατά Αλέξιον και Μαρίαν", Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1990, "Συνεστίασις", 1991, "Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος", Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1992, "Το βιβλίο της Μαριάννας", Ίκαρος 1993, "Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι", Αντί 1996, "Η έρημη γη", Ερατώ 1996, "Περί ζώου", Παρουσία 1996, "Μουζικούλες", Ερατώ 1997, "Της γυναικογυναίκας", Ερατώ 1998, "Το εικοσιτετράωρο της Δηούς", Καστανιώτης 1998, "Θεατρολογία", Καστανιώτης 1998, "Πράξη υποταγής", Ερατώ 2000, "Φεβρουάριος 2001", Ερατώ 2002, "Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία", Ερατώ 2004, και το "λαϊκό" αφήγημα "Η αρπαγή της κούτας", Ερατώ 2003. Συνέπραξε στις συλλογικές εκδόσεις: "Τριώδιο", Άγρα 1991 (με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη), "Ανθοδέσμη", Άγρα 1993 (με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη). Επίσης, επιμελήθηκε τις εκδόσεις: Κωστής Παλαμάς, "Κ' έχω από σας μια δόξα να ζητήσω" (ανθολογία), Ερμής 2001, Στέλιος Ανεμοδουράς, "Ο μικρός ήρως", Κατάρτι 2001, Robert E. Howard, "Κόναν ο βάρβαρος", Κατάρτι 2001, Ιωάννης Γρυπάρης, "Σκαραβαίοι και τερρακόττες", Ίνδικτος 2002, Johnston McCulley, "Το σημάδι του Ζορρό", Κατάρτι 2003, Edgar Rice Burroughs, "Ο Ταρζάν στο κέντρο της γης", Κατάρτι 2003, Κωστής Παλαμάς, "Η ασάλευτη ζωή", Ιδεόγραμμα, 2004.

Blogger templates


Blogger news