¨κάποτε συλλογίζομαι
πως τούτα εδώ που γράφω
δεν είναι άλλο παρά εικόνες
που κεντούν στο δέρμα τους
φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι" Γ.Σ.
Ο Γιώργος Σεφέρης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γ.Σ Σεφεριάδη) γεννήθηκε στην Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα γυμνασιακά στην Αθήνα. Μετά την αποφοίτησή του από το Πρότυπο Κλασσικό γυμνάσιο Αθηνών(1917) έφυγε γι ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Εκεί έμεινε έξι χρόνια (1918-1924) παρακολουθώντας Νομικά. Τον ίδιο καιρό έκανε και την μαθητεία του στην γαλλική λογοτεχνία, στα σύγχρονα αισθητικά ρεύματα αλλά και σε πολλές ποιητικές αξίες του ελληνικού παρελθόντος. Ύστερα από πατρική υπόδειξη ακολούθησε το διπλωματικό στάδιο. Η καριέρα του εγκαινιάστηκε το 1926 όταν διορίστηκε ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών. Από τότε τα ξίδια συνεχίστηκαν χωρίς διακοπή χαρίζοντας στον Σεφέρη την πλατιά εμπειρία του κόσμου αλλά και της Ελλάδας, μιας Ελλάδας πολυδιάστατης, γεμάτη από αγάλματα, πίκρα και βιωμένη μνήμη.
Η λογοτεχνική του ιστορία άρχισε επίσημα το 1931 με την Στροφή. Ακολούθησε η Στέρνα (1932), το Μυθιστόρημα (1935), τα πρώτα του δοκίμια και η εξαίρετη μετάφραση της Έρημης Χώρας του Έλιοτ. Ο πόλεμος έριξε την ζωή του σε μια δίνη που η παρουσία της έγινε έντονη στην ποίησή του. Το 1945 επιστρέφει στην απελευθερωμένη πατρίδα, όπου για ένα περίπου χρόνο θα διευθύνει το πολιτικό γραφείο του Αντιβασιλέα Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού. Από την υπηρεσία του θα αποσυρθεί οριστικά το 1962 με τον βαθμό του Πρεσβευτή. Τον ίδιο καιρό γνωρίζει την παγκόσμια αναγνώριση. Το 1960 αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Cambridge. Το 1961 του απονέμεται του βραβείο Foule. Το 1963 φτάνει η ώρα του Nobel. Ο Σεφέρης το δέχεται με χαρακτηριστική μετριοφροσύνη όχι σαν επιβράβευση ενός ατομικού έργου αλλά σαν παγκόσμια καταξίωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στον λόγο του μπροστά στην Σουδική Ακαδημία μοιράζεται το βραβείο με τους μεγάλους νεκρούς, Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Καβάφη, Σικελιανό "Σκοπός μου είναι να σας μικήσω για μερικούς άντρες που μέτρησαν τον αγώνα για την ελληνική έκφραση από τότε που ανασαίνουμε τον αέρα της ελευθερίας". Μέσα σ'αυτό το παράδοξο ποτάμι που ταξιδεύει στον χρόνο, την Ελλάδα, η παρουσία του δεν είναι παρά μια στιγμή, μια στάλα δημιουργίας. Στην Ελλάδα αφιέρωσε και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Κάθε πέτρα της, κάθε χρονολογημένη στιγμή της και μια πληγή για την συνείδηση και την μνήμη του ποιητή.
πως τούτα εδώ που γράφω
δεν είναι άλλο παρά εικόνες
που κεντούν στο δέρμα τους
φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι" Γ.Σ.
Ο Γιώργος Σεφέρης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γ.Σ Σεφεριάδη) γεννήθηκε στην Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα γυμνασιακά στην Αθήνα. Μετά την αποφοίτησή του από το Πρότυπο Κλασσικό γυμνάσιο Αθηνών(1917) έφυγε γι ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Εκεί έμεινε έξι χρόνια (1918-1924) παρακολουθώντας Νομικά. Τον ίδιο καιρό έκανε και την μαθητεία του στην γαλλική λογοτεχνία, στα σύγχρονα αισθητικά ρεύματα αλλά και σε πολλές ποιητικές αξίες του ελληνικού παρελθόντος. Ύστερα από πατρική υπόδειξη ακολούθησε το διπλωματικό στάδιο. Η καριέρα του εγκαινιάστηκε το 1926 όταν διορίστηκε ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών. Από τότε τα ξίδια συνεχίστηκαν χωρίς διακοπή χαρίζοντας στον Σεφέρη την πλατιά εμπειρία του κόσμου αλλά και της Ελλάδας, μιας Ελλάδας πολυδιάστατης, γεμάτη από αγάλματα, πίκρα και βιωμένη μνήμη.
Η λογοτεχνική του ιστορία άρχισε επίσημα το 1931 με την Στροφή. Ακολούθησε η Στέρνα (1932), το Μυθιστόρημα (1935), τα πρώτα του δοκίμια και η εξαίρετη μετάφραση της Έρημης Χώρας του Έλιοτ. Ο πόλεμος έριξε την ζωή του σε μια δίνη που η παρουσία της έγινε έντονη στην ποίησή του. Το 1945 επιστρέφει στην απελευθερωμένη πατρίδα, όπου για ένα περίπου χρόνο θα διευθύνει το πολιτικό γραφείο του Αντιβασιλέα Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού. Από την υπηρεσία του θα αποσυρθεί οριστικά το 1962 με τον βαθμό του Πρεσβευτή. Τον ίδιο καιρό γνωρίζει την παγκόσμια αναγνώριση. Το 1960 αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Cambridge. Το 1961 του απονέμεται του βραβείο Foule. Το 1963 φτάνει η ώρα του Nobel. Ο Σεφέρης το δέχεται με χαρακτηριστική μετριοφροσύνη όχι σαν επιβράβευση ενός ατομικού έργου αλλά σαν παγκόσμια καταξίωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στον λόγο του μπροστά στην Σουδική Ακαδημία μοιράζεται το βραβείο με τους μεγάλους νεκρούς, Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Καβάφη, Σικελιανό "Σκοπός μου είναι να σας μικήσω για μερικούς άντρες που μέτρησαν τον αγώνα για την ελληνική έκφραση από τότε που ανασαίνουμε τον αέρα της ελευθερίας". Μέσα σ'αυτό το παράδοξο ποτάμι που ταξιδεύει στον χρόνο, την Ελλάδα, η παρουσία του δεν είναι παρά μια στιγμή, μια στάλα δημιουργίας. Στην Ελλάδα αφιέρωσε και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Κάθε πέτρα της, κάθε χρονολογημένη στιγμή της και μια πληγή για την συνείδηση και την μνήμη του ποιητή.






