Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Παλαμάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Παλαμάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

[Ο κύκλος του νερού] του Βασίλη Παλαμάρα ~ ΔΙΗΓΗΜΑ

(παραβολή δωματίου για δυο μάτια κι ένα τσιγάρο)

 Το πέλαγος ανθίζει. Ύστερα, εξατμίζει τους σπόρους του πάνω απ' το αλάτι που παστώνει την υγρή του κρούστα, καθιστώντας τα ρευστά και τα αέρια, ευδιάκριτα. Λίγο πιο πάνω, μέσα στην διάφανη αιθέρια λάσπη, τα σύννεφα φυτρώνουν κι αλλάζουν αποχρώσεις, καθώς περνούν από το στάδιο του λευκού βρέφους στην ενηλικίωση. Έτσι αργά, ξεδιπλώνεται η σπείρα του κοσμικού λαβύρινθου μπροστά στα ατελή μας μάτια και γεννιέται ο Ορίζοντας για να πλεύσει εκείνος. Μια φαινομενικά παράταιρη κουκκίδα, πάνω σε μια σάπια, μπαλωμένη βάρκα. Ένα σιωπηλό, εγωκεντρικό ψεγάδι, σαν γρατσουνιά που απαγορεύει σε μια υπέροχη φωτογραφία να γίνει καρτ-ποστάλ. Κανείς δεν ξέρει αν ο ναυαγός πετά ή αν πνίγεται κι αν ο ιδρώτας του ενώνεται με την θάλασσα ή σκαρφαλώνει στον αέρα. Γνωρίζουμε όλοι όμως, κι ας παριστάνουμε τους ανήξερους, πως έτσι πρέπει να γεννηθεί για να είναι ικανός να χωθεί στα σπλάχνα μιας ιστορίας που δεν έπαψε ποτέ να συμβαίνει και πως θα ήταν άδικο για κάποιον ατάλαντο γραφιά, να την χωρέσει κάτω από ένα λάβαρο ή μέσα σ'  έναν και μόνο αιώνα ή ακόμα και στην ασφυκτική λιθόσφαιρα ενός και μόνο πλανήτη.

   Η βάρκα θα σφηνώσει στην άμμο. Η κουκκίδα πηδά έξω απ' τα σωθικά της κι αποκτά πέλματα που τσουρουφλίζονται απ' τους κόκκους της πολυαναμενόμενης ακτής. Αναφλέγεται κι απομένει μια ακαθόριστη λάμψη, ελεύθερη από περιγράμματα, κι αδύνατη να καθοριστεί από την χημεία που επιμένει να κατατάσσει την ζωή, ανάμεσα στις οργανικές ενώσεις των δοκιμαστικών της σωλήνων.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Τα blues του εξωγήινου [Βασίλης Παλαμάρας]

  Μια μήτρα, πολύ νερό, ένα συμπαγές σκοτάδι και μπόλικη σιωπή. Έπειτα, γλιστράς σε έναν απαλό σωλήνα. Ίσα που σε χωράει εκεί μέσα, μαζί με την τρομάρα σου. Θες να γυρίσεις πίσω, μα σε σπρώχνουν προς τα έξω. Σε αρπάζουν και σε στεγνώνουν δυο άγνωστα χέρια και το πρώτο σου τραγούδι, είναι το κλάμα σου. Αυτή είναι η πρώτη σου γνωριμία με τα αέρια και τα στέρεα και με όλους τους υπόλοιπους που είχαν φτάσει νωρίτερα, εκεί.
   Οι πρώτες μέρες, είναι φρικιαστικές. Σε ξυπνούν συνεχώς, απ’ τα όνειρά σου. Όλοι τους είναι τόσο υπερκινητικοί και καθώς η ακοή σου καλυτερεύει, διαπιστώνεις πως κανείς τους δεν αντέχει τη σιωπή. Όλοι τους, μιλούν ασταμάτητα. Κάπου εκεί, ανάμεσα στις φωνές και τους ήχους των αντικειμένων, έρχεται το νανούρισμά της, να σου συστήσει την ομορφιά της μουσικής.

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Η παραβολή του ληστή και του σκύλου


[διήγημα] του Βασίλη Παλαμάρα

by Ask

Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα, αν το φονικό όπλο είναι το περίστροφο ή το ανθρώπινο σώμα. Η “σφαίρα” πάντως,  με τη μορφή μιας μεταλλικής ατράκτου, δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας άκακος, γεωμετρικός συμβολισμός, έξω απ' την κρύα θαλπωρή της θαλάμης.    Επίσης, ουδείς σκοπός άγιασε ποτέ, κανένα αντικειμενικό μέσο. Ο κάτοχος του σκοπού, ήταν πάντα κι ο “εξαγνιστής” του...
   Το μόνο που μπόρεσα να σκαρφιστώ απέναντι στην ώρα που κυλά και γυρεύει μια επίδειξη θάρρους από μέρους μου, ήταν μια απόδραση μέσα στην απόδραση. Μια παράτολμη ισορροπία πάνω στη κλωστούλα που ξετυλίγει μια φευγαλέα σκέψη, μέχρι η επιστροφή μου στο χωροχρόνο να την λυγίσει με το βάρος μιας απόφασης.
   Βρίσκομαι χωμένος κάτω απ' την σκιά ενός πέτρινου τείχους.   Δεν αισθάνομαι καθόλου ασφαλής, καθώς γνωρίζω πως  σε λίγα λεπτά θα αναγκαστώ να τρέξω για να σώσω την ζωή μου. Η σειρήνα, σαν εγωπαθής ιερομάντης που διαλαλεί τον χρησμό μιας μακάβριας  προφητείας, δεν έχει σταματήσει ακόμα να ουρλιάζει, παρόλο που έχει εκπληρώσει τον ρόλο της. Ακούω τους φρουρούς να με βρίζουν προς όλες τις κατευθύνσεις, σημάδι πως δεν έχουν ακόμα ανακαλύψει που κρύβομαι. Βλέπω τις λευκές γλώσσες των  προβολέων τους ,να χαρακώνουν τη νύχτα.



   Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί πως θα ζήσω μια νύχτα σαν κι αυτή. Ούτε που θυμάμαι πια, το άσχημο όνειρο που έβλεπα, πριν ο αρχιφύλακας το σκοτώσει με τις φωνές του. Μια ιεραρχική δεισιδαιμονία, κατάλοιπο της ένθεης, ανθρώπινης φύσης μου, μου υπαγόρευσε να σηκωθώ απ' το κρεβάτι και να ενσαρκώσω   τον εφιάλτη κάποιου άλλου. Με διέταξαν να κρατώ στο χέρι μου οπλισμένο το περίστροφο και να μην διστάσω, για κανέναν λόγο, να πατήσω την σκανδάλη. “Ο δραπέτης δεν θα έχει προλάβει να απομακρυνθεί”.Κι όλοι συμφώνησαν χαιρέκακα, τρίβοντας τα χέρια τους στο άκουσμα  της προηγούμενης διαπίστωσης.
  Ποτέ μου δεν κοιμήθηκα ήρεμος, τις νύχτες της υπηρεσίας μου. Ήμουν ανάμεσα σε πεινασμένα σκυλιά, έτοιμα να σκοτώσουν οποιονδήποτε άγνωστο τους υποδείκνυε η βραχνή φωνή του Αρχιφύλακα. Εγώ είχα την ανυποληψία του πιο δειλού σκύλου, ανάμεσά τους.

   Μόνο πενήντα μέτρα με χωρίζουν απ' το δάσος. Βλέπω τον άνεμο, παίρνοντας   θέση στο πλευρό μου ενάντια στην ενδεχόμενη δολοφονία μου, να κατρακυλά πάνω στα κλαδιά φέρνοντας τη σκιά τους, σαν μητρικό σάβανο και κρυψώνα, προς το μέρος μου,. Το παιχνίδισμα του φωτός στα παλλόμενα φύλλα, μοιάζει με τον αφρό των κυμάτων. Μια φουσκοθαλασσιά, με καλεί να βουτήξω μέσα στη στοργική αγκαλιά της. Μα εγώ στέκομαι κάτω απ' τη πέτρινη συστάδα, αναποφάσιστος. Ίσα που μπορώ να ελέγξω αυτό το παράφορο τρέμουλο κρατώντας με στα πόδια μου. Θα με σκοτώσουν, ακόμα κι αν παραδοθώ. Δεν υπάρχει πισωγύρισμα, πια. Η εντολή έχει δοθεί. Η μοίρα μου, αν πέσω στα χέρια τους, είναι προδιαγεγραμμένη. Από όλους τους έγκλειστους, μόνο εγώ τους γνωρίζω τόσο καλά.

   Δεν γνωρίζαμε που ακριβώς να ψάξουμε. Κρατούσαμε τους φακούς στα χέρια μας και φέρναμε βόλτες, κυκλικά, στο προαύλιο. Πάνω στα φυλάκια, οι υπόλοιποι της αγέλης, στριφογυρνούσαν τους προβολείς ψάχνοντας την σκιά του θηράματός μας, έξω απ' τα τείχη του βασιλείου μας. Κάθε κίνηση που δεν είχε τα φωσφορίζοντα στο σκοτάδι, διακριτικά της στολής μας, ήταν στο στόχαστρο. Τίποτα δεν είχε το δικαίωμα να ζει, να βαδίζει ή να έρπεται με μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, μέσα στην περιφέρειά μας, τις νύχτες. Οι πρώτοι πυροβολισμοί, δεν άργησαν να ακουστούν. Τρεις δέσμες φωτός σκόπευσαν τον προορισμό τους αποκαλύπτοντας το ματοβαμμένο κουφάρι μιας γάτας. Το άτυχο αιλουροειδές, είχε ήδη ξεψυχήσει όταν ακούστηκαν τα βροντερά γέλια του Αρχιφύλακα και τα πειράγματα των υπολοίπων.

     Τα γέλια τους, τα γνωρίζω καλά. Κάθε τους αστείο, κρύβει την λαχτάρα τους να ξεμπερδεύουν μια και καλή μαζί μου κι ενα “ευχαριστώ” πνιγμένο στη χυδαιότητα, με εμένα για μοναδικό, πολύτιμο αποδέκτη. Εμένα που έβγαλα τα σκυλιά, για άλλη μια φορά, έξω απ' τον γραφειοκρατικό τους λήθαργο. Οι βρισιές είναι τα μόνα λόγια που έχουν τα θηρία για να εκφράσουν την ευτυχία τους, όταν ξαναβρίσκουν τον επίγειο ρόλο τους. Αποφασίζω να τρέξω προς τις πρώτες συστάδες πεύκων που φαίνονται να έχουν κυρήξει, με τις σκιές τους, τον πόλεμο ενάντια στους υπέρλαμπρους προβολείς των διωκτών μου. Νιώθω το φως τους να περνάει πάνω απ' το κεφάλι μου, σαν το σπαθί ενός δήμιου. Λίγο πριν τα μισά της διαδρομής κι ενώ τα φουσκωμένα μου μάγουλά αποβάλλουν την πελώρια πνοή που οξυγονώνει ολόκληρο, το πληγιασμένο απ' τα ηλεκτροσοκ, σώμα μου, ακούω τις φωνές τους. Το πυρακτωμένο σύρμα, πίσω απ' το τζάμι του προβολέα, με κυκλώνει μ' ένα φλεγόμενο δίκτυ. Βλέπω τις γραμμές αυτού του προδοτικού φωτοστέφανου, πάνω στα χέρια και στα πόδια μου που τώρα ελάχιστα ακουμπούν στο έδαφος παίρνοντας μέρος στο τελετουργικό μιας ξέφρενης εγρήγορσης. Οι πρώτες σφαίρες, είναι μόνο το σφύριγμα πέντε-έξι μεταλλικών δρομέων που με προσπερνούν αδιάφορα, σε αυτή την κούρσα ταχύτητας. Δεν έχω πια το χρόνο να τις φοβηθώ.

   Μας κάλεσαν να βγούμε έξω. Τρέξαμε όλοι  προς την κεντρική πύλη της φυλακής. Ενώ η βαριά συρόμενη καγκελόπορτα άνοιγε κάτω απ' τις διαταγές του θορυβώδους μηχανισμού της, πρόσεξα την τεράστια ταμπέλα που κρεμόταν πάνω απ' τα κεφάλια μας. “Σωφρονιστικό Κατάστημα Άγιου Ελευθέριου”. Κάποιος με έσπρωξε, πριν προλάβω να καταπιώ με την ψυχή μου, την τραγική ειρωνεία κάθε στιγμής που θα επακολουθούσε. Ήμασταν πια, αμολημένοι σαν σκυλιά που ο αφέντης τους είχε κόψει τις αλυσίδες.
   Ο σκοπός του ανατολικού φυλακίου, μ' ένα νεύμα και μια κατάρα, μας έδειξε την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουμε.  Τρέξαμε όλοι μαζί, σαν  ορδή βαρβάρων νομιμοποιημένη να σφαγιάσει στο όνομα μιας κοινωνικής πλειοψηφίας, ίσως λιγότερο αθώας και ελεύθερης, απ' ότι ο βαρυποινίτης ληστής που καταδιώκαμε. Χωθήκαμε στο δάσος γεμίζοντας αυλακιές την γαλήνη κάθε αγριμιού και τον ήμερο ύπνο των πουλιών. Μετά από καμιά εκατοστή μέτρα άσκοπης αναζήτησης, ο Αρχιφύλακας μας διέταξε να σταματήσουμε και να σβήσουμε τους φακούς. Κάποιος του ζήτησε τον λόγο κι εκείνος του απάντησε με μια δυνατή γροθιά στο σαγόνι. Έπειτα, σχημάτισε ένα σταυρό με  τα  χείλη  του και το δείκτη του αριστερού του χεριού,  προτρέποντάς μας να το βουλώσουμε.
    Ίσα που μπορούσαμε να διακρίνουμε στο σκοτάδι, ο ένας τη σκιά του άλλου. Οι γρύλλοι, τρομαγμένοι απ' την ξαφνική εισβολή μας, είχαν σταματήσει την ρυθμική τους ελεγεία, παρατώντας το δάσος βουβό και κατακτημένο. Εγώ βρήκα την ευκαιρία να χαθώ στις δικές μου σκέψεις. Πόσο θα ήθελα να μας διατάξουν να γυρίσουμε πίσω, αφήνοντας εκείνον τον δύστυχο να αναμετρηθεί ανενόχλητος με την μοίρα του! Όμως ο Αρχιφύλακας, απλά περίμενε για ένα λάθος. Έναν ασυνήθιστο θόρυβο που θα μας πρόδιδε ξεδιάντροπα, την τοποθεσία του θηράματός μας.

     Ξέρω καλά που οφειλεται αυτή, η αναπαντεχή σιωπή. Δε χρειαζεται να μαντέψω πως οι φωτεινές ακτίνες που κρατούν στα χέρια τους, δεν έχουν σβήσει για πάντα, ούτε υποχώρησαν άδοξα, μπροστά στην ανόητη δίψα μου για ελευθερία. Περίμενουν ένα λάθος μου. Μια μοιραία απροσεξία που θα με παραδώσει στις κάνες των όπλων τους. Στέκομαι ακίνητος. Καρφώνω τα πόδια μου στο έδαφος. Το τρέμουλο, έχει πια υποχωρήσει. Δεν είμαι πλέον, ένα έρμαιο στα χέρια τους. Ίσως και να μπορώ να μείνω ζωντανός, μακριά απ' τα λυσσασμένα τους πρόσωπα. Μια απρόσμενη, αλαζονική έπαρση  με κυριεύει, ως το φυσικό αντίδοτο απέναντι στον πανικό και στην τρέλα που θα στοίχειωνε έναν ορθολογιστή, κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες. Την αφήνω συνειδητά, να παίξει με την διάθεσή μου. Η αίσθηση πως είμαι άτρωτος, σαν μυθολογικός ήρωας, εκθρονίζει βίαια τους φόβους απ' το ταλαιπωρημένο μου σώμα. Δίνω σχήμα στον από μηχανής θεό που ανοίγει το δρόμο μου. Σίγουρα θα είναι μια καλλιεργημένη καλλονή, η προστάτιδά μου. Μια ημίγυμνη, ολύμπια θεά που με περίμενε στην αγκαλιά της και που τόσο πολύ της είχε κοστίσει ο χωρισμός μας.
    Μια ξαφνική, πολύ δυνατή ριπή του ανέμου με φέρνει πίσω, σε εκείνο το απόκοσμο δάσος. Ο σαματάς των ξερόκλαδων που απογαλακτίζονται απ' τους ζωογόνους χυμούς των δέντρων και πέφτουν με κρότο στο χώμα, είναι η ευκαιρία μου. Τα βήματά μου, ούτε που θα ακούγονταν στους δήμιους μου, ακόμα κι αν εκείνοι βρίσκονταν πίσω απ' τον κορμό του γιγάντιου πλάτανου που δεσπόζει σαν προϊστορικός ναός, μπροστά μου. Άλλωστε, αν καθυστερήσω κι άλλο, θα είμαι καταδικασμένος....
 

    Όταν ακούστηκαν τα βήματα μέσα στην σιγαλιά, οι ενισχύσεις είχαν ήδη καταφτάσει. Ο δραπέτης είχε μείνει για αρκετή ώρα αναποφάσιστος δίνοντας χρόνο στην αγέλη μας να εξοπλιστεί με άλλους έξι αστυφύλακες και δυο καλά εκπαιδευμένα  λαγωνικά. Ο Αρχιφύλακας, παραχώρησε οικειοθελώς την θέση του στην κορυφή της αγέλης, σεβόμενος τις επιταγές της ιεραρχίας. Τα δυο αγριεμένα λυκόσκυλα, τον είχαν  αντικαταστήσει επάξια. Πατούσαμε πάνω στα ξερόκλαδα και σκοντάφταμε πάνω στις πέτρες που οι τετράποδοι συνεργοί μας, ήξεραν να αποφεύγουν, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Όσο γρύλλιζαν οι δυο καινούριοι αρχηγοί μας, τόσο μούγγριζαν ή χοροπηδούσαν από χαρά οι υπήκοοι τους, νιώθοντας πως το τέλος εκείνου του δύσμοιρου πλησιάζει. Ήμασταν η εμπροσθοφυλακή της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Ένα τσούρμο εν δυνάμει φονιάδων, εντεταλμένων να μισούμε με όλη μας την ψυχή, έναν άγνωστο.
    Ο Αρχιφύλακας, μην έχοντας απολέσει, προφανώς, όλες τις πρότερες εξουσίες του, μας διέταξε να ακροβολιστούμε και να σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν φασαριόζικο μπουλούκι. Είχαμε εκπαιδευτεί άλλωστε, να απογίνουμε οργανωμένα κτήνη με στρατιωτική τακτική και αποτελεσματικές μεθόδους.
    Ένα απ' τα σκυλιά επέστρεψε κρατώντας ανάμεσα στα δόντια του, μια ματωμένη κάλτσα. Πάνω στο ξεφτισμένο, σβωλιασμένο της ύφασμα, τα ξεραμένα, πορφυρά απολειφάδια και τα αγκάθια των βάτων, είχαν ενωθεί αποκαθιστώντας την χαμένη τιμή μιας χριστιανικής αλληγορίας.
    Ο ταπεινός αυτός άνθρωπος, είχε αποδράσει ξιπόλητος! Το άγιο, ακάνθινο στέμμα της ελευθερίας του, ήταν τα γυμνά του πέλματα που μου έδειχναν το μονοπάτι της. Κάθε πατημασιά του, πότιζε με λίγες σταγόνες αίμα το χώμα και τα ξερά φύλλα, μαρτυρώντας τα χνάρια του. Ήταν χαμένος.

    Κανείς δεν με υποψιάστηκε, όταν άρχισα να τρέχω ξεχνώντας με ευκολία, την καλλονή που μόλις πριν από λίγο είχα δημιουργήσει. Είχα απόλυτο δίκιο. Τους ξέφυγα...
   Πρέπει να ήμουν ήδη πολύ μακριά, όταν έτρεξα μέσα στο κενό κι εκτεθειμένο στο αστρικό φως, ανάγλυφο εκείνου του ξέφωτου κι ανέβηκα στην κορυφή ενός κατάφυτου λοφίσκου. Κάτω απ' τα δυο μου άρβυλα, ένιωθα το χώμα να κινείται και να με σπρώχνει μακριά τους. Από εκεί, μπόρεσα να διακρίνω τους φακούς τους να χωρίζουν με λευκούς φράχτες το ενιαίο δάσος που πλέον με είχε λυτρώσει απ' την παρουσία τους, παγιδεύοντας τους μέσα στα αινίγματα των ήχων και των σκιών του. Η αγέλη έμοιαζε να βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Ίσως, τα μέλη της να αμφέβαλλαν για πρώτη φορά για τις μαγικές ηγετικές ικανότητες του  κάθε Αρχιφύλακα.
   Στην πραγματικότητα, ελάχιστα μ' ενδιέφερε αυτή η εικασία. Άρχισα την κατάβασή μου κοιτώντας τα φώτα του χωριού, τους  μικροσκοπικούς, ηλεκτρικούς ήλιους που ανέτελλαν την ελευθερία μου. Η νότια πλαγιά του υψώματος, ήταν απόκρημνη και γεμάτη από τα ξερά αγκάθια των ξεψυχισμένων θάμνων που θέλησαν κάποτε να την στολίσουν με την ματαιοδοξία τους. Το νεκρό, σκληρό δέρμα των καινούριων μου άρβυλων, έσπρωχνε τα νύχια πίσω στις ρίζικό τους κι έγδερνε τους αστραγάλους μου, καθώς σερνόμουν πάνω στους βράχους. Καθόλου δε με πτόησε, εκείνο το αναγκαίο κακό. Όταν η ηχογραφημένη σάλπιγγα του σιωπητήριου ήχησε, πριν από λίγες ώρες, όλοι οι έγκλειστοι είχαμε εναποθέσει τα φθαρμένα παπούτσια μας στα ράφια της αποθήκης ιματισμού. Μόνο εμένα, περίμεναν στο κελί μου δυο κλεμμένες, απ' την προσωπική συλλογή του νέου μας Αρχιφύλακα, αχρησιμοποίητες μπότες.  Πόσο με είχε βοηθήσει η σαδιστική του διάθεση, δυο μήνες πριν, όταν με διέταξε να περάσω το βράδυ μου, γυαλίζοντας “επιμελώς,” τα είκοσι, ήδη λαμπερά και ολοκαίνουρια ζευγάρια του! Εκείνη την  ξάγρυπνη νύχτα, κατέστρωσα και το μοναδικό, ολόδικό μου σχέδιο, στην ιστορία της υπαγορευμένης ζωής μου. Μέσα στο καζανάκι του στενάχωρου κελιού μου, τυλιγμένα καλά με νάυλον σακούλες απ' την αποθήκη ιματισμού, κολυμπούσαν, από τότε, άεργα, τα μοναδικά μου όπλα, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να γίνουν συνεργοί μιας προμελετημένης απόδρασης.

     Προσπάθησα να απομακρυνθώ απ' την θανατηφόρα φάλαγγα της αγέλης μου παίρνοντας θέση στο αριστερό άκρο της, όπου νόμιζα, ως αδαής, πως τουλάχιστον θα αρκεστώ σ' έναν βοηθητικό ρόλο στην επερχόμενη δολοφονία, είτε ακόμα καλύτερα, πως δεν θα έχω καμιά συνέργεια και στο μέλλον η συνείδησή μου, θα με βαραίνει με τους ελάχιστους ψιθύρους των Ερινυών που αρμόζουν σ' έναν απαθή παρατηρητή παρόμοιων συμβάντων.
    Γρήγορα, ο βιωματικός αιφνιδιασμός, βασικό χαρακτηριστικό της ενσυνείδητης ζωής, θα με διέψευδε πανηγυρικά. Παραμερίζοντας τις πυκνές φυλλωσιές  ενός κισσού που είχε βάλει ως σκοπό της ζωής του να στραγγαλίσει ένα άρρωστο, σχεδόν σάπιο πλατάνι, βρέθηκα αντιμέτωπος με τον δύστυχο άντρα. Στεκόταν στο χείλος μιας απόκρημνης χαράδρας, δίχως να του έχουν απομείνει άλλοι πιθανοί δρόμοι για την ελευθερία. Στάθηκα ακίνητος, όταν τον είδα να πέφτει στα δυο του γόνατα, παραδομένος στη μοίρα του. Έσκυψε το κεφάλι του προδομένος, πια, από οποιαδήποτε ουτοπία του και περίμενε το αποτελειωτικό μου χτύπημα. Ήθελα να  του φωνάξω να φύγει, όμως η γλώσσα μου είχε κοκαλώσει παρασυρμένη απ' την τρομακτική, νεκρική σιγή που είχε σκορπίσει την καταχνιά της σε όλο το δάσος. Κι όσο τα δευτερόλεπτα περνούσαν κι η εκπυρσοκρότηση ενός περίστροφου, δεν αποφάσιζε να καθορίσει με μια θανάσιμη λαβωματιά το προσδόκιμο ζωής του θηράματός μας, εκείνο άρχισε να αποκτά καινούριες σκέψεις και ουτοπίες. Η σφαίρα του Αρχιφύλακα, διαπέρασε το κρανίο του ληστή, την στιγμή που σήκωνε το βλέμμα του και φανέρωνε στα μάτια μου, το σπινθήρισμα της στερνής του ελπίδας.
          Κανείς δεν ξέρει αν το όπλο είναι στ' αλήθεια το πιστόλι, ή το ανθρώπινο σώμα και οι συγκυριακές εκρήξεις των νευροδιαβιβαστών του. Ενστικτωδώς, άδειασα τις έξι θαλάμες του περίστροφού μου, πάνω στο σώμα του Αρχηγού. Ο θάνατος του αγελάρχη, προκάλεσε σύγχυση στο ακυβέρνητο τσούρμο του κι έδωσε χρόνο στους αστυνομικούς που είχαν καταφθάσει ως ενισχύσεις, να με συλλάβουν, πριν με λιντσάρουν οι οπαδοί ενός νεκρού ηγεμόνα.
   Η σύντομη δίκη μου, τελέστηκε μέσα σε δυο μήνες. Καταδικάστηκα σε ισόβια και με πέταξαν για “σωφρονισμό”, μέσα στα νύχια της πρώην αγέλης μου που δεν είχε λησμονήσει καθόλου, την ατίμωση της ιεραρχίας της. Για δυο χρόνια ανεχόμουν κάθε τους βρισιά, κάθε τους χτύπημα και εκτελούσα κάθε τους παράλογη επιθυμία.

    Προσπέρασα το αμφιθεατρικά χτισμένο χωριό, από τον σκοτεινό κάμπο στα νοτιοδυτικά του νώτα. Οι οργισμένες φωνές των κατοίκων  που είχαν εξοριστεί, απροειδοποίητα, απ' τον οικείο τους λήθαργο, μου φάνηκαν αστείες. Η μικρή κοινωνία, φαινόταν να έχει αναστατωθεί από την απόδραση ενός “αδίστακτου” φονιά. Περπατώντας μέσα στους φιλόξενους αγρούς, γεύτηκα τα καλωσορίσματα στην ελευθερία, κάθε μυρωδιάς που σκαρφάλωνε στα ρουθούνια μου. Ανηφόρισα προς την ανατολική πλαγιά του ορεινού όγκου που βυθισμένος στην νυχτερινή ομοιομορφία, έμοιαζε με το φυσικό σύνορο του έναστρου ουρανού στο στερέωμα. Έπειτα από λίγα ακόμα λεπτά εξουθενωτικής ανάβασης, αντίκρισα την θάλασσα. Στο απάνεμο λιμανάκι του γραφικού όρμου, κάποια απ' τις βάρκες θα γινόταν η σανίδα της οριστικής σωτηρίας μου.
   Διασχίζοντας την κορυφογραμμή κι ενώ η σελήνη είχε, επιτέλους, ξεβολευτεί από τα λημέρια των βουνών κι έλαμπε πια, πάνω στα μονοπάτια μου, σταμάτησα να δω το ανάγλυφο της διαδρομής μου.  Τα μάτια μου σταμάτησαν πάνω στην ρυτίδα που άφηνε η χαράδρα της μοιραίας, προ δύο ετών, συνάντησής μου μ' έναν άγνωστο, πάνω στην πλαγιά εκείνου, του, κατά τ' άλλα, φιλήσυχου λοφίσκου. Η ακούσια θυσία εκείνου του άνδρα, με είχε φέρει έως εδώ, ζωντανό. Το θάρρος του και τα λάθη της διαδρομής του, εκείνο το βράδυ, ήταν οι φάροι στο χάρτη της δικής μου απόδρασης. Τα δάκρυα στα μάτια μου, ήταν απλά ένας φόρος αγάπης στον δικό μου ληστή και θνητό  Χριστό που με οδήγησε στην ελευθερία και μ' απελευθέρωσε απ' τα  δεσμά της μοίρας ενός σκύλου, μέσω μιας πραγματικής παραβολής που θα χαθεί, μαζί με άλλες, μέσα στη σκόνη και το ψέμα, “εις τους αιώνες, των αιώνων”. 
   Έχει έρθει η ώρα πια, να κατέβω προς τη θάλασσα... 


__σοδειά [συγκομιδή πολιτισμού]

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Η οδυνηρή απώλεια ενός γνώριμου τρόμου [Βασίλης Παλαμάρας]

[διήγημα] του Βασίλη Παλαμάρα

- Έλα, ηρέμησε, μην φοβάσαι.
  Μα εκείνος ένιωθε πως του ξεριζώνουν το μέτωπο και τα δυο του μάγουλα.
- Όλα, θα παν καλά.
   “Όλα θα παν καλά”, την ώρα που ένας ευρηματικός σαδιστής είχε το θράσσος να του μιλά τρυφερά, ενώ, παράλληλα, τραβούσε με δύναμη τις τρίχες των φρυδιών του.
   Γιατί τον βασάνιζαν έτσι; Εξ'αρχής δεν ήθελε να εγκαταλείψει το ήσυχο χωριό του και να ταξιδέψει σε εκείνο το αφιλόξενο μέρος. Τους το είχε πει, αλλά δεν μπόρεσε να τους πείσει πως κάτι θα πήγαινε στραβά.  Τώρα νόμιζε πως τον είχαν προδώσει, αφήνοντάς τον έρμαιο στις ορέξεις των ντόπιων βαρβάρων. Πόσο είχε υποφέρει στα χέρια τους! Δεν του επέτρεπαν τίποτα. Έπρεπε να περιμένει την άδειά τους, ακόμα και για να ανοίξει τα μάτια του. 
  Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν και οι απορίες άρχισαν να κυκλώνουν με σιωπή  τα παράπονά του. Δεν άκουγε πια, ούτε μια τους λέξη.  Είχαν φύγει σφραγίζοντας πίσω τους για πάντα την καγκελόπορτα μιας φυλακής φτιαγμένης για τις ιδιαιτερότητές του; Τόσο πολύ ήθελαν να τον εκδικηθούν για τις ιδιοτροπίες του;
   Η ανάσα του είχε βαρύνει και οι στάλες του ιδρώτα που γαργαλούσαν τους κροτάφους του, ήταν το μοναδικό χάδι που του είχε απομείνει.    
  Πού είχε εξαφανιστεί  η αγαπημένη του, μαύρη θαλπωρή; Μέσα σε μια στιγμή, όλα γύρω του έγιναν κόκκινα πίσω απ' τα δυο του βλέφαρα. Τόσο ομοιόμορφα κόκκινα που τίποτα δεν ξεχώριζε. Μια ενιαία, δισδιάστατη, πορφυρή επιφάνεια, σκέπασε τα πάντα. Ο φόβος, του άνοιξε τα μάτια. Η εκτυφλωτική λάμψη, άπλωσε παντού τις ακονισμένες της ακτίνες προκαλώντας του τον πόνο. Σηκώθηκε όρθιος, απ' τον πανικό του.
     Τους φώναξε όλους. Έναν-έναν, με τα ονόματά τους. Δεν έλαβε καμιά απάντηση. Δε μπορεί να είχαν εξαφανιστεί για να γλιτώσουν, εγκαταλείποντας τον στη μοίρα του.  Δε μπορεί να του είχαν κάνει κάτι, τόσο απάνθρωπο! Πίστεψε πως η έκρηξη -που ασφαλώς θα είχε προηγηθεί της λάμψης- τον είχε κουφάνει. Δεν έδωσε σημασία στην καινούρια αναπηρία του. Τί σημασία είχε εκείνη τη στιγμή η ακοή του; Όσα χρόνια την είχε, κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει για κάτι τέτοιο. Προφανώς, κανείς τους δεν είχε ζήσει ποτέ, μια παρόμοια, απελπιστική κατάσταση. Όλοι τους, μάλλον  χάθηκαν την στιγμή της απρόσμενης, καθολικής ανάφλεξης των πάντων. 
   Η τεράστια φλόγα φαινόταν να εξαϋλώνει  ό,τιδήποτε γύρω του , όμως τα αποκαϊδια της, δεν συγκινούσαν καθόλου τα ρουθούνια του. Ούτε το πυρωμένο της άγγιγμα τον τσουρούφλιζε. Μια πανικόβλητη συνείδηση σε ξέφρενη εγρήγορση, δίχως  αισθήσεις. Αυτό ήταν.
   Κοντοστάθηκε και φώναξε το όνομά του. Το άκουσε. Μήπως τα τύμπανά του δεν είχαν καταστραφεί, τελικά; Ένας κουφός, είναι ικανός ν' ακούει τον εαυτό του; Ή μήπως  παγιδεύεται σε μια τέτοια ψευδαίσθηση, επειδή ξέρει καλά τα λόγια που θα ξεστομίσει; Δε θα μπορούσε να απαντήσει σε μια τέτοια ερώτηση. Και δεν ήταν σίγουρος, αν θα μπορούσε ν' ακούσει την απάντηση από κάποιον άλλο. Απλά πάγωσε το χρόνο για λίγα δευτερόλεπτα παγιδεύοντας το σώμα του σε ένα φαύλο κύκλο ερωταποκρίσεων. Όπως ένα εκκρεμές που περιμένει κάποιον να το προσέξει και να του δώσει άλλη μια ευκαιρία να αιωρηθεί στον προκαθορισμένο χωροχρόνο του.
   Ένα χέρι τον άρπαξε. Δεν το είδε. Ένιωσε τα ξένα δάχτυλα να κατρακυλούν μέχρι τον καρπό, πάνω στον αριστερό του βραχίονα. Δε χρειαζόταν άλλη αφορμή. Άρχισε να τρέχει. Όμως η λάμψη, ήταν παντού. Τον ακολουθούσε και τον περιγελούσε, κάνοντάς τον να σκοντάφτει πάνω σε αόρατα εμπόδια, καλυμμένα με τον εκτυφλωτικό της μανδύα. Σύρθηκε πάνω στην λεία επιφάνεια του δαπέδου. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί γιατί ήταν τόσο ψυχρή, την ώρα που όλα γύρω του φλέγονταν.Λίγα μέτρα παρακάτω, η επιρροή της, επιτέλους διαλυόταν σιγά-σιγά. Κάποια χαρακτηριστικά του χώρου, ήταν πλέον διακριτά. Κουλουριάστηκε στο έδαφος κι έβαλε τα κλάμματα. Δεν πρόλαβε όμως να ξεθυμάνει λίγο, την ταραχή του. Δυο σκιές, κινούνταν απειλητικά προς το μέρος του. Κουνούσαν τα χέρια τους πάνω-κάτω και κάτι του έλεγαν, με αυστηρό ύφος.  Δεν καταλάβαινε. Άκουγε  όμως, ευτυχώς.
   Ίσως, να του μιλούσαν σε μια άλλη γλώσσα. Ίσως, όλες του οι αισθήσεις, πλην της όρασης, να είχαν ξεθωριάσει μέσα στο παραλήρημα μιας ασυνείδητης,  σωματικής του αντίδρασης, καθοδηγούμενης μονάχα απ' την ενστικτώδη σοφία της αυτοσυντήρησης.
    Οι σκιές, απέκτησαν πρόσωπα. Αλλόκοτα, λαμπερά και θυμωμένα. Σηκώθηκε όρθιος και μπήκε στην πρώτη πόρτα που βρήκε. Βρέθηκε σε μια μικρή αποθήκη γεμάτη ράφια που πάνω τους κείτονταν λογής-λογής μπουκαλάκια. Έσυρε ένα μικρό γραφείο και το σφήνωσε μεταξύ των κουφωμάτων της μοναδικής εισόδου του δωματίου. Όσο κι αν το επιθυμούσαν οι σκιές, δεν θα μπορούσαν να εισβάλλουν στο προσωρινό του καταφύγιο.
    Πάτησε, γεμάτος  αγανάκτηση, τους διακόπτες στον τοίχο. Κανένα αποτέλεσμα. Αναγκάστηκε να σπάσει σε χίλια κομμάτια τη λάμπα που κρεμόταν απ' το ταβάνι, χτυπώντας τη με ένα απ' τα εκατοντάδες φιαλίδια. Ήταν πια, ανενόχλητος. Όσο κι αν του ούρλιαζαν εκείνα τα πλάσματα για να συνετιστεί και να ανοίξει, εκείνος ήθελε να βυθιστεί στο σκοτάδι ξανά και να κλάψει. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και σφήνωσε το κεφάλι του, ανάμεσα στα δυο του γόνατα.
   Το σκοτάδι είναι παντού το ίδιο. Ήταν η μοναδική, γνώριμη παρουσία, σε εκείνο τον παράξενο τόπο. Βυθίστηκε πάλι στην αγκαλιά του. Ανάμεσα σε δύο τρόμους, προτίμησε εκείνον που του ήταν γνώριμος. Δεν πρόλαβε όμως να χαθεί στην αρρωστημένη και ψυχαναγκαστική γαλήνη του. Εκείνοι οι “άθλιοι”, άρχισαν να χτυπούν με μανία την σφαλισμένη πόρτα. Ήταν ζήτημα λεπτών να εισβάλλουν.
-Θα με συλλάβουν και θα με μετατρέψουν, ξανά, σε πειραματόζωο, σκέφτηκε.
   Μια γρίλλια δίπλα στα ράφια, επέτρεπε σε λίγες ακτίνες φωτός να περνούν απ' τις σχισμές της. Σήκωσε με θάρρος το ρολλό. Γνώριζε πως ό,τι και να αντίκριζε σε εκείνο το μέρος, θα του ήταν πρωτόγνωρο. Έπρεπε όμως να αποδράσει με οποιοδήποτε ρίσκο.
   Κοίταξε έξω. Τίποτα δεν ήταν όπως του είχαν πει. Ούτε καν, τα σχήματα. Δίχως να το πολυσκεφτεί, μ' ένα του σάλτο, προσγειώθηκε στην εσωτερική, στριφογυριστή σκάλα που αιωρούταν ριζωμένη μέσα στον στενό και υπερβολικά βαθύ φωταγωγό, μεταξύ των κτηρίων. Ξεκίνησε μια ξέφρενη κατάβαση, εντός της μικρής οπής που άφηναν ανοιχτή τα τοιχώματα των γειτονικών οικημάτων. Η δεξιόστροφη κατεύθυνση της κατασκευής, -που έδινε σε κάποιον την εντύπωση πως ένα γιγάντιο χέρι την είχε βιδώσει στο έδαφος- τον έκανε να περιστρέφεται γύρω απ' τον μεταλλικό της άξονα, όπως το έρμαιο θύμα συστρέφεται γύρω απ' το μάτι ενός κυκλώνα.
   Παρά τις φωνές που τον πρόσταζαν να μείνει ακίνητος, εκείνος συνέχιζε πιστός την καθοδική του πορεία προς το άγνωστο. Ένιωθε λες και τρυπούσε ο ίδιος την τσιμεντένια ομοιογένεια που τον περιτριγύριζε φτιάχνοντας τον δρόμο του με τις δρασκελιές του. Πρώτη φορά κατέβαινε σκαλοπάτια τόσο γρήγορα και χωρίς την βοήθεια των χειρολισθήρων. Συνήθως, ψηλαφούσε το κενό κάτω απ' τα πόδια του, ενώ κρατιόταν απ' τις κουπαστές των κλιμακοστάσιων.
   Ακούμπησε τον βρώμικο πυθμένα του φωταγωγού που ήταν γεμάτος από τις ακαθαρσίες των περιστεριών κι από νεκρά έντομα. Ανατρίχιαζε σε κάθε του βήμα, ενώ άκουγε τα κουφάρια  τους να σπάνε, κάτω απ' το βάρος των πελμάτων του. Μια μισάνοιχτη πόρτα οδηγούσε στο λεβητοστάσιο της φυλακής του κι από εκεί στην έξοδο προς τη λεωφόρο.
    Βγαίνοντας, έπεσε πάνω σε ένα περαστικό “πλάσμα”. Εκείνο τον έσπρωξε βίαια μακριά του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ του, τόσο άγριο βλέμμα. Οι ακαταλαβίστικες βρισιές, αντήχησαν στ' αυτιά του σαν τις κατάρες που επρόκειτο  να γίνουν το πεπρωμένο του. Δραπέτευσε αμέσως από την ακουστική πηγή τους τρέχοντας μακριά της. Σταμάτησε στην πρώτη διασταύρωση που βρήκε, για να αφουγκραστεί το περίεργο περιβάλλον, μέσα στο οποίο είχε βρεθεί. Παντού βιαστικά όντα κι αλλόκοτα οχήματα που συγχρόνιζαν μεταξύ τους τις διελεύσεις τους, με μια παράφορη ακρίβεια που του προκαλούσε άγχος. Δεν ήξερε αν ήταν ικανός να παίξει εκείνο το παιχνίδι. Ένα λάθος, ίσως να το πλήρωνε με την ζωή του.
   Έστρεψε το βλέμμα του προς τα πάνω. Ήθελε να ηρεμήσει και δε θα το κατάφερνε ποτέ, αν τα μάτια του αναλώνονταν στον ασφυκτικό και γεμάτο κίνηση ορίζοντα.
    Εξακολουθούσε να μην αναγνωρίζει, κανένα απ' τα σχήματα. Σε σύγκριση με τα αρχέτυπα που βρίσκονταν στο μυαλό του, ό,τι κι αν αντίκριζε ήταν ατελές. Ο κύκλος, δεν ήταν ακριβώς κύκλος, το τετράγωνο δεν ήταν ακριβώς τετράγωνο και πάει λέγοντας. Κι αυτοί οι ήχοι. Του φαίνονταν ανυπόφοροι. Τα λάστιχα που στρίγγλιζαν στην άσφαλτο. Τα τριξίματα από τις καρότσες των φορτηγών. Τα βήματα των τέλεια κουρδισμένων όντων που πηγαινοέρχονταν πάνω στα πεζοδρόμια και στις διαβάσεις, σα να έπαιρναν μέρος σε μια καλοστημένη, χορευτική παράσταση. Τί στο διάολο, συνέβαινε; Τί πρωινό ήταν αυτό; Κανείς άλλος δεν είχε αντιληφθεί την έκρηξη που είχε συμβεί, λίγα λεπτα πριν; Ή μήπως τέτοια γεγονότα, ήταν τόσο συχνά σ' εκείνη τη πολιτεία που η αδιαφορία είχε ποτίσει για τα καλά τις καρδιές των κατοίκων της;
    Το βουητό μιας σειρήνας, διέκοψε τον συλλογισμό του. Ένα λευκό αμάξι, χόρευε  με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πάνω στο οδόστρωμα. Είχε ακούσει απ' τους γονείς του ιστορίες για τέτοια οχήματα. Προφανώς είχαν ειδοποιηθεί για την πυρκαγιά κι έσπευδαν στον τόπο του ολοκαυτώματος, για να ερευνήσουν τους λόγους ενός τόσο ανατριχιαστικού εγκλήματος. Αρχικά, θέλησε να το ακολουθήσει. Δυστυχώς, δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Το άσπρο αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά του κι οι ένστολοι επιβάτες του, κινήθηκαν προς το μέρος του. Φαίνονταν καθησυχαστικοί στις χειρονομίες και στις εκφράσεις του προσώπου τους. Παρ' όλα αυτά, δεν πείστηκε πως όφειλε να τους περιμένει σαν φίλους.  Το έβάλε στα πόδια, για άλλη μια φορά. Ήταν πλέον σίγουρος, πως τίποτα και κανέναν δεν μπορούσε να εμπιστευτεί σε εκείνη την πόλη. Ούτε καν, τους θεσμούς της.
   Δεν ήταν δύσκολο να τους ξεφύγει χαράζοντας την πορεία του μέσα στους ατέλειωτους, πολεοδομικούς λαβύρινθους που ισοπέδωναν κάθε μορφής ύπαρξη και κάθε πιθανότητα αντάμωσης. Όταν το λαχανητό του, εκβίασε την καρδιά του με μια απρόσμενη έκρηξη, είχε απομακρυνθεί αρκετά απ' το αστικό τερατούργημα που υπέθαλπτε τους διώκτες του. Βρισκόταν στην είσοδο ενός πάρκου. Όλοι οι ήχοι που γεννούσε εκείνο το παράταιρο, για εκείνο τον τόπο,  άλσος, του φάνηκαν γνώριμοι. Προχώρησε βαθιά μέσα στο τοπίο κι έσβησε τη δίψα του σε μια δημόσια βρύση. Έπειτα, κάθισε σε ένα παγκάκι και ρούφηξε με τα μάτια του, τον εύθραυστο κόσμο που είχε συναντήσει. Ξέσπασε σε λυγμούς χαράς διαπιστώνοντας πως η άγνοια που τον διακατείχε για εκείνο τον ξένο πλανήτη, δεν ήταν ολοκληρωτική.  Τα δέντρα ήταν ακριβώς όπως τα είχε φανταστεί. Το ίδιο συνέβαινε και με τα πουλιά, των οποίων τα αρχέτυπα,  είχε συνθέσει στον εγκέφαλό του χρησιμοποιώντας μονάχα το κελάηδισμα και το φτερούγισμα τους, σαν μοναδικές, πρώτες ύλες. Μόνο και μόνο για να τ' αντικρίσει, άξιζε να απαρνηθεί έναν γνώριμο τρόμο και να χωθεί σύσσωμος, σε μια καινούρια, πολύχρωμη περιπέτεια. Ετσι παρηγόρησε τον εαυτό του και γαλήνεψε.
  Ήταν εξαντλημένος.  Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Τα καινούρια του όνειρα, ήταν γεμάτα εικόνες.
    Ένα χάδι στο μέτωπο τον ξύπνησε από τον πιο ευτυχισμένο ύπνο της ζωής του. Το μητρικό. Την είδε από πάνω του και χαμογέλασε. Ούτε σ' εκείνο το πρωτότυπο, δεν χρειαζόταν να αλλάξει κάτι.  Η μάνα του, ήταν η ίδια στοργική γυναίκα που του υπαγόρευε η αφή κι η ακοή του, δεκαεπτά χρόνια, έως τότε.
   Ο Χ, ήταν εκ γενετής τυφλός και ξένος σε εκείνη τη χώρα. Είχε υποστεί τραυματικό σοκ, έπειτα από μια επιτυχημένη επέμβαση αποκατάστασης της όρασής του.

το προσωπικό ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ


Βασίλης Παλαμάρας

Blogger templates


Blogger news