Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόστολος Θηβαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόστολος Θηβαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Η Άννα μετά από χρόνια | Του Απόστολου Θηβαίου ~ ΠΕΖΟ

Αυτή η ωραία δεσποινίς που γερνά πίσω απ΄τους γκισέδες στο σταθμό Λαρίσης και αλλού, αυτή είναι η πιο μοναχική απ΄όλες τις ηρωίδες. Γιατί γυρνά κάθε βράδυ σε μια οικία αναπαλαιωμένη, μ΄αφόρητα μαρμάρινα κρίνα. Τίποτε σαν  την σπασμένη εφηβεία στα μαγικά δωμάτια. Τώρα στέκει πίσω απ΄τα θέατρα, κρατά τα φώτα της σβησμένα, τρελαίνεται, μιλά για φόνους, και χάνει τη μορφή της.
Κάθε νύχτα η ίδια ιστορία. Είπαν θα της στοιχίσει μια μέρα τη ζωή. Έβαλαν τρίτους να της μιλήσουν, να την λογικέψουν, να μην τον περιμένει. Να φροντίσει τον εαυτό της, τα χρόνια περνούν.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕ ΦΟΒΟΤΑΝ

[δοκίμιο] του Απόστολου Θηβαίου
Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ [Τάκης Σινόπουλος - Μίλτος Σαχτούρης]

«Μακριά στον ορίζοντα, γίνεται ένα ναυάγιο, είναι πολύ μακριά
Και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους...»

Πρόκειται για μια ευθεία παραβίαση της μοναξιάς. Εδώ μιλούμε λοιπόν για το χώρο και το χρόνο, εκείνον που εξελίσσεται πέρα και έξω από εμάς τους ίδιους. Παρατηρητής, δίχως καμιά ευθύνη, δίχως δράση και ακμή ενδιαφέροντος, ο ποιητής στέκει στο προσωπικό καταφύγιο. Η αδυναμία του να διακρίνει τα γεγονότα δεν πρόκειται να μειώσει την ένταση του γεγονότος. Σε λίγο οι εξελίξεις θα αφορούν εκείνον τον ίδιο, η επιρροή τους θα είναι το ίδιο ή και περισσότερο σκληρή, τραχιά με την έννοια ενός άγριου  εδάφους, μιας περιοχής με ογκώδεις πέτρες, με απόκρημνες ακτές, μιας αφιλόξενης γης. Οι πνιγμένοι, η λύπη της απώλειας επρόκειτο να καταστεί μια αυστήρα ιδιωτική υπόθεση. Η οδύνη, και εκείνη στυγνή, δεν συνιστά παρά μια υποχρεωτική συνέπεια των γεγονότων. Ο ποιητής, που είναι ένα πρόσωπο τραγικό, πέρα από τον κόσμο, πλάι στα παιδιά και τους ήρωες διαβλέπει την εξέλιξη, η δυσμένειά της αποτελεί ένα αντικείμενο εξοικείωσης για τον ίδιο. Ο στιχουργός δεν φοβάται, δεν διστάζει. Ναυάγια λαμβάνουν χώρα σε όλα τα μήκη και πλάτη του χώρου και του χρόνου. Η αναφορά στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο εξυπηρετεί την έκφραση των υποννοουμένων, τη συμβολίζει, την εννοεί, η τάξη των πραγμάτων, η σκηνοθεσία του θανάτου όμοια για κάθε περίπτωση, για κάθε ανθρώπινο δράμα. Ο θάνατος, με την τραγικότητά του στέκει πάντα υψηλότερα από την ελπίδα και ο ποιητής το γνωρίζει καλά, το αισθάνεται, καθώς ο χρόνος μετρά με φορά ανάποδη, καθώς «ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια.»

«...κι αλίμονο ξέρουμε τους πνιγμένους, καθώς και του φίλους
Και τους συγγενείς που τους θρηνούν.»

Υφίσταται μια υπόννοια. Ο θάνατος ενυπάρχει, εμπεριέχεται. Όμως η ποιητική περιοχή δείχνει να ξεπερνά τούτο το εμπόδιο. Πορεύεται, εξελίσσεται, ακμάζει και κραυγάζει μες στον πραγματικό κόσμο, τίποτα δεν την εμποδίζει από το να δημιουργήσει έναν χώρο ευρύ, μες στον οποίο χωρούν οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι ιδέες και τα γεννήματά τους, τα αισθήματα. Πόση οξύτητα, πόσος εφιάλτης χωρά στην ποίηση το γνωρίζουν οι καταρραμένοι, όσοι παραδόθηκαν κάποτε στην κορυφαία ένταση ενός ολοκληρωμένου έργου και έπειτα θυμούνται αυτήν την ιστορία τις ώρες της επικίνδυνης μετριότητας. Οι «διάβολοι», τα «σκυλιά» που αλληλοσπαράζονται. Μες σε τόση μοναξιά, μες στο αστικό πεδίο, η μοναξιά κερδίζεται, κατακτάται, προστατεύεται καθώς τα άχρηστα τιμαλφή των φημισμένων οικογενειών. Με πόσες όψεις μπορεί ο άνθρωπος να φανεί, με πόσες ταυτότητες μπορεί να σταθεί εμπρός στο περιβάλλον του ο άνθρωπος, με πόσες όψεις μπορεί να αποδοκιμάσει πράγματα ταπεινά ή πάλι να αρνηθεί με έπαρση να διαπράξει εγκλήματα, όπως το χειροκρότημα της φωτιάς και άλλα τέτοια, σπάνια, εντατικά πράγματα.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης σημειώνει, μιλώντας για την ποιητική ανθρωπολογία του δημιουργού: «Η ανθρωπολογία αυτή, πέρα από τη χρωματική της παράλλαξη παρουσιάζει αξιοπρόσεκτους, πρόσθετους χαρακτηρισμούς οι οποίοι και επιτάσσονται: κυριαρχούν τα προσηγορικά ουσιαστικά, τα οποία καλύπτουν την έννοια «άνθρωπος» στις διάφορες μεταφυσικές εκδοχές της. Άγγελος, αγορί, κόρη, μητέρα, νεκρός, πονεμένη, φάντασμα...» Κάθε όρος λοιπόν, δεν περιγράφει παρά τη σύγχρονη όψη του ανθρώπου, την τραγικότητά του, τη βαριά ήττα απέναντι στο φάσμα της οριστικής απώλειας, όποια και αν είναι η απαιτούμενη μετάλλαξη. Ο ποιητής με διάθεση σκωπτική, διακρίνεται, συνιστά το μόνο, ανθρώπινο όρο, τον τελευταίο ας πούμε άνθρωπο του κόσμου. Επιλέγει το θάνατο ο ποιητής, ως καταρραμένος επιζών. Οι νεκροί αποτελούν  μια μέριμνα. Ή μια απειλή. Σε κάθε περίπτωση ο στιχουργός διατηρεί την πεποίθηση πως μες στα όρια της πόλης υπάρχει ζωή και θάνατος και τούτα πορεύονται αντάμα, διατηρώντας μια θαυμαστή ισορροπία. Η θέση του νερού μες σε αυτόν τον τρόπο, μες στον κυνισμό η θέση του νερού κρατεί ως μόνη αξιοπρέπεια, ως μοναδική λύτρωση τη φθινοπωρινή βροχή. Μες στο εφιαλτικό πεδίο του σύγχρονου περιβάλλοντος, το τοπίο αποκτά τις σημασίες του Ιερώνυμου Μπος. Η τεχνοτροπία του Μπόντσογλου στη Νέκυιά του εξαπλώνεται θαρρείς σε όλη την έκταση του ποιητικού τοπίου, πέρα από τις μορφές. Τίποτα ανεξάρτητο και αυτόνομο, μες στον κόσμο και ο θάνατος στενά δεμένος με τη ζωή, με τη συνέχεια, με μια αντίστροφη άνοδο, μια άνοδο ψυχική, καθαρτική.

«αυξήθηκαν τα ασφάλιστρα,
Αυξήθηκαν οι βενζίνες
Προσέχετε του νεκρούς!
Και τώρα άρχισε νε πέφτει η βροχή.»

Τώρα που σπάσαν οι ζυγαριές, που πέσαν τα φτερά των παγονιών και εφάπτονται άνθρωποι αγήρτες εντός του τοιχείου των στοών, τώρα που «άρχισε να πέφτει η βροχή», την ώρα που το πεδίο ησυχάζει και αναλώνεται, εξαντλείται μες στην εμπεδωμένη δευτερύουσα σημασία, ο ποιητής ενδύεται το μεταφυσικό του ρόλο. Εξέρχεται κήρυκας πορφυρός, πλησιάζει με τις βάρκες μες σε καπνούς, διαβάζει τα πηγάδια και άλλα τέτοια πράγματα δυναμικά μα αδιάφορα. Ίσως έτσι να ερμηνεύεται ως μια παρατυπία του τοπίου η «μαύρη πεταλούδα»  του Πόρου. Η μοναδική της παρουσία, ένα όριο ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Μια πεταλούδα για να παίζουν τα παιδιά, μια πεταλούδα για να απορρούν και να μιλούν οι μεγαλύτεροι, όσοι διήνυσαν πια την απόσταση από «πέτρα σε πέτρα.»

«...η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού,
Πετάει από πέτρα σε πέτρα,
Τα παιδιά προσπαθούν
Να την πιάσουν,
Αλλά δεν το κατορθώνουν,
Είναι η Αγία Πεταλούδα...»

Καθώς τα πράγματα, τα πιο ταπεινά γίνονται ολοένα πιο ανθρώπινα προσωποποιούνται τα ίδια, υιοθετώντας απρσδόκητους ρόλους, με έντονες τις χρωματικές διαθέσεις, καθώς λοιπόν συμβαίνουν όλα τούτα, ο ποιητής αναγνωρίζει στους χώρους τους πιο «ενδότερους» τον ίδιο το θάνατο, την πείρα της ζωής, τις «ιστορίες της.» Στα «Τοπία Θανάτου» ο Κίμων Φράιερ, διατυπώνει πως «καθώς ο ποιητής [Τ. Σινόπουλος], βαθμιαία εγκαταλείπει την τεχνική και τις περιττές διακοσμήσεις στα πονήματά του, αρχίζει να καταγράφει πια με ωμότητα τις ιδέες του, αναλαμβάνοντας μέσω του λόγου μια καταβύθιση μες στα ασταθή τοπία.» Ο ήχος ενός τηλεφώνου, το επίμονο χτύπημα στην ίδια την προσωπική, ηθελημένη ίσως απομόνωση, το ενδιαφέρον για υποθέσεις πια αδιάφορες καθώς ένα «καταρραμένο απόγευμα» ή ο «τρελός άνεμος Αγίρ.» Ο ποιητής πια ελεύθερος και αμείλικτος, κυρριευμένος από μια ασυδοσία πλάθει ένα κόσμο υπερφυσικό, αλλόκοτο, όπου συμβαίνουν πράξεις- σύμβολα με ειδική σημασία. Πρόκειται για συμβάντα ασύμβατα με την πραγματικότητα. Η αντίφαση των λέξεων ας επιτραπεί.
«Η αράχνη», «η περιφορά της εικόνας.» Τα σχόλια του δημιουργού είναι πάντοτε κρυμμένα, προκαλούν δισταγμούς και συνεπάγονται, κατά την εκτίμησή τους φριχτές αυθαιρεσίες.  Η εικόνα που περιφέρεται στον ιστό, θαρρείς στα ανθρώπινα χέρια ο ορισμός και η δυναμική του Θεού, μεγαλύτερη από την αντοχή του ατόμου, μες στην ιστορία τα πρόσωπα αναλαμβάνουν κάτι υψηλότερο, κάτι σπουδαιότερο από την πρόθεσή τους, το βαθμό ικανότητάς τους. Οι παλιές πεποιθήσεις που κοινωνούνται στους ανθρώπους και τους βαρύνουν, όχι λιγότερο από τα κρίμματα, όχι περισσότερο από τις ιστορίες για θανάτους και ζητήματα σκληρά.  Τέτοιος, αποτρόπαιος μόχθος ο θεός για τον άνθρωπο, η εικόνα του, η αρχαία φήμη πως είναι ένα ομοίωμα, ένα ταπεινό, αντίτυπο αποτυχημένο. Τέτοιος μόχθος υψηλός.

«Μια μεγάλη αράχνη ξεκρέμασε από
Τον τοίχο την εικόνα του Αγίου και
Άρχισε να την περιφέρει γύρω γύρω
Στο δωμάτιο.
Παρά το μεγάλο, εν σχέσει με αυτήν,
Βάρος της εικόνας, την έσερνε σιγά σιγά
Ώσπου την έφερε πάλι στη θέση
Που την είχε ξεκρεμάσει, την
Κρέμασε πάλι και εξαφανίστηκε.»

Ο ποιητής που αψηφά το φάσμα του θανάτου, είτε, όπως λέει ο Μαρωνίτης, εκληφθεί τούτο ως είδωλο ή φάσμα φωτός. Μα εσωτερικότερα, ανιχνεύει κανείς το ανθρώπινο στοιχείο, εκείνο που τον καθιστά περισσότερο ανθρώπινο από τον μπρούτζινο  ανδριάντα του εξεγερμένου δούλου, ενός ήρωα τραγικού, αντίθετου και ασύμβατου με τις κλίσεις και τις αδυναμίες της εποχής ή του περιβάλλοντός του. Κοπιάζει μες στο θάνατο να βρει ζωή, τα καταφέρνει, άλλοτε είναι ένα λουλούδι. Άλλοτε πάλι εναγώνιος στέκει εμπρός στο «ρολόϊ», μετρά τις ώρες, ακαθόριστες εκείνες πάντα σημαίνουν θάνατο. Δεν αντέχει την προοπτική της σωτηρίας, μες στη μνήμη του επανδρώνονται οι μόνες, ανεκτές προφυλάξεις. Τίποτα ξένο, τίποτα ανοίκειο δεν μπορεί να ανεχτεί και έτσι νικιέται στο τελικό βήμα, «ανατριχιάζει, κόβονται τα πόδια του, γέρνει και πέφτει κάτω λιπόθυμος.» Η μοίρα του χρόνου είναι τραγική, όπως και του ανθρώπου. Και όμως, ο ποιητής δεν αρνείται την ελπίδα, ακόμα και αν τη φαντάζεται στοιχειωμένη, έτσι που φορτώθηκαν στο σώμα της όλων των εποχών οι εφιάλτες, οι εξεγερμένοι, οι δούλοι και οι διωγμένοι, οι αστοί. Μες στο ομώνυμο «ξενοδοχείο» την αντικρίζει νεκρή, να κλαίει σπαραχτικά για τη λησμονημένη της αίγλη, μα εκείνος δεν χάνει το θάρρος του.

«Όλοι κοιμούνται
Και εγώ ξαγρυπνώ
Περνώ σε χρυσή κλωστή
Ασημένια φεγγάρια
Και περιμένω να ξημερώσει
Για να γεννηθεί
Ένας νέος Θεός
Μες στην καρδιά μου
Την παγωμένη
Από άγρια φαντάσματα
Και μαύρη πίκρα.»

Ο Μίλτος Σαχτούρης, σημειώνει ο Μαρωνίτης, «βρίσκεται παγιδευμένος μες στο δικό του δωμάτιο, όπου το λιοντάρι που είχε ανέβει από τις σκάλες γδέρνει την πόρτα με λύσσα, να την σπάσει, ενώ στα απέναντι δωμάτιο ένα πουλάκι τόσο δα, ήταν λέει ο Χάρος...Στάσιμος και αναχωρητικός, μισός στο σκοτάδι και μισός στο φως, θανάσιμος και αναστάσιμος, αντιφατικός και φατικός.» Ο Μίλτος Σαχτούρης κείτεται ελεύθερος εδώ και επτά χρόνια. Πρόκειται περί ποιητού. Με διάθεση και κατάκτηση μιας σημαντικής υπέρβασης, ακόμα και της ίδια της τέχνης, της ζωής του.



φωτ. Δημήτρης Μαρωνίτης


____________________________
σοδειά [συγκομιδή πολιτισμού]

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

«ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ»

[δοκίμιο]
του Απόστολου Θηβαίου


[βιογραφικό] Ο Απόστολος Θηβαίος παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα το 2008 με το αφήγημα «Νόμισμα στην Όχθη» των εκδόσεων Μπαρτζουλιάνος. Τον αμέσως επόμενο χρόνο ολοκληρώθηκε με επιτυχία η έκδοση του θεατρικού, παιδικού παραμυθιού «Πολύχρωμο Θάρρος» των εκδόσεων Μιχάλης Σιδέρης. Αναμένεται δε η έκδοση ενός νέου αφηγήματος από τις ίδιες εκδόσεις. Η παρουσία στα λογοτεχνικά δρώμενα συνεχίζει να εμπλουτίζεται από τη δημοσίευση κειμένων σε ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. («Νέα Σκέψη», «Ρωγμές» , «Οδός Πανός», «Σοδειά», «Ιδεόπνοον», «Asante» κ.ά).




_____________________________


ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ
κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα περί ποίησης

Πολλοί τη χαρακτήρισαν ως «γενιά της ήττας.» Καταχωρήθηκε, λοιπόν με τούτον τον τρόπο η ποιητική παραγωγή μιας περιόδου κορυφαίων διαψεύσεων, συντελεσμένων αποτυχιών στον τομέα της διαμόρφωσης μιας νέας, περισσότερο ανθρωποκεντρικής κοινωνίας, με την ουτοπική, όπως αποδείχτηκε συνοχή, τη δικαιοσύνη, ζητήματα, τα οποία ευαγγελίστηκαν οι «εραστές.» Η ποίηση διατύπωσε με τον πιο σαφή τρόπο τη ραγδαία αποτυχία. Την τραγούδησε, την ύμνησε με σημαντικούς εκπροσώπους. Κάποιοι επέτρεψαν στη στιχουργική τους να υποννοήσει ως ένα βαθμό την αισιοδοξία, κάποιοι άλλοι όπως ο Λειβαδίτης εστίασαν στο παρόν, ζήτησαν την άφεση των αμαρτημάτων, άγγιξαν τον Θεό με όρους ανθρώπινους.
Η εποχή αυτή καταχωρήθηκε, κατεγράφη στα βιβλία, τις κριτικές, τις θεωρητικές μελέτες. Αναλύθηκε, τέθηκε υπό το φως επίκαιρων διατυπώσεων, μελετήθηκε με τη δέουσα ψυχραιμία, αυτή που τελικά κερδίζεται αφού εμπεδωθεί το διάνυσμα του χρόνου. Οι επόμενες γενιές θα λάβουν νέους χαρακτηρισμούς, νέες χρονολογίες θα μερμνήσουν για την κατάταξή τους στις βιβλιογραφικές αναφορές. Νέες μελέτες, νέα ζητήματα, μια πιο ουρμπανιστική θεώρηση της πραγματικότητας θα τεθεί ως επιδίωξη. Ο μοντερνισμός θα απελευθερώσει πλήρως την ποιητική λειτουργία, τα μέτρα, τα σταθμά όλα θα παραγωνισθούν, η πρόζα τελικά θα επικρατήσει, η εσωστρέφεια θα συνιστά από τώρα και στο εξής τη μόνη οπτική. Το ατομικό και το προσωπικό θα υπερκεράσουν το συλλογικό. Ετούτο το δεύτερο θα αποτελέσει μια περιφρονημένη αναφορά. Πολλές φωνές, μεμονωμένες θα σπεύσουν να αγγίξουν τις σύγχρονες προβληματικές. Μια κατακερματισμένη κοινωνία, μια ποίηση κατ΄αντιστοιχία που δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τα σημάδια των εποχών. Και τούτα θέλουν πια το λόγο καταβυθισμένο σε σύμβολα, σε ασάφειες, θέλει τα νοήματα συγκεχυμένα, θαρρείς και η λύπη για την απουσία των αλλαγών ώθησε τους δημιουργούς να κλείσουν τα μάτια προς ένα ολότελα, αδιάφορο παρόν. Για ζητήματα όπως το μέλλον, ούτε λόγος. Η ποίηση αρκεί μόνο για το πρόσκαιρο, θεωρητικά όλα έχουν ειπωθεί, εξηγήθηκαν, υμνήθηκαν, οι ρωγμές που παρουσιάστηκαν πριν χρόνια στο θλιμμένο στίχο των «μεγάλων» ποιητών, τώρα έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα ενός ρήγματος, ικανού να μας απομακρύνει ολοκληρωτικά από τις παρελθούσες, ποιητικές εκροές. Η ποίηση μετατράπηκε σε λειτουργία της ψυχαναλυτικής επιστήμης, λες και συνιστά έναν βαθιά, νοσούμενο ασθενή, ο οποίος θα πρέπει να περάσει από το στάδιο της ψυχοθεραπείας, προτού αντικρύσει εκ νέου την πραγματικότητα, με τις προβληματικές συνιστώσες, συντεταγμένες όλες προς το «πρόσωπο», τη μορφή, όπως επικράτησε να λέγεται πια η ανθρώπινη ύπαρξη μες στην τέχνη. Και τούτο είναι ένας δείκτης. Δεν αναφέρεται η τέχνη πια στους ανθρώπους, με τις ελλείψεις και τις αντοχές τους, απευθύνεται, ή έτσι τουλάχιστον μοιάζει σε ένα εργαστηριακό πρότυπο, το οποίο καλείται να λησμονήσει τις υπαιτιότητες, τις αντιφάσεις, τις ελλείψεις και την ελαστικότητα στην πρόσληψη της αλήθειας. Η τέχνη, κατ΄επέκταση η ποίηση δεν απευθύνεται στον άνθρωπο, μα σε ένα νέο, βελτιωμένο αρχέτυπο, το οποίο υποχρεούται πια να φέρεται με τρόπο αόριστο προς όσα έθρεψαν την ύπαρξη. Η σαφήνεια του καιρού, η εξειδίκευσή του προβάλλει ως αίτημα μια στάσης εσωτερικότητας, η οποία όμως κρίνεται επίπλαστη, ψευδής, ανιχνεύσιμη εύκολα στη σύγχρονη, ποιητική δημιουργία. Και φυσικά τούτο δεν σχετίζεται με την καταγωγή, τις ποιητικές εκβολές του κάθε δημιουργού, μα με ένα κλίμα, το οποίο απαιτεί την οριοθέτηση προβληματικών, οι οποίες μπορούν να ομοιάσουν με εκείνες που κλόνισαν αληθινά τον κόσμο και τις βάσεις του και τελικά τον έστρεψαν προς νέες, -σωστές ή λάθος, αδιάφορο-, κατευθύνσεις και ενατενίσεις.
Η ποίηση μοιάζει να θρηνεί, μοιάζει με τη γηραιά κυρία που πασχίζει να διατηρήσει τις συνήθειες της νεότητας, κρύβοντας επιμελώς  τις βαθιές αυλακώσεις της πεπερασμένης ηλικίας της. Η ποίηση θρηνεί σιωπηλά, ακόμα. Και δέσμια μιας ησυχίας, όπως η τυφλότητα, προσποιείται και διαγράφει αδιάφορες τροχιές γύρω από τον εαυτό της, αναμασώντας, όπως η γηραιά κυρία της υποβολής μας γεγονότα μιας νεότητας, μιας ακμής που πέρασε και πάει. Μα η ποίηση δεν λυπάται, δεν θρηνεί, μόνο αφήνει κατά καιρούς εκκωφαντικές κραυγές, προσπαθώντας να κάνει σαφές τούτο. Πως βρήκε τις ρίζες της, πως η γενιά της ήττας και των διαψεύσεων την προίκισε με μια ωριμότητα, με μια επάρκεια, μια θέρμη, αντίστοιχη με εκείνη ενός σοφού ανθρώπου. Η γενιά της ήττας, συνιστά μια γενιά επαναλαμβανόμενη, η οποία παρατηρείται να επιζεί, με διαφορετικά προσωπεία κατ΄εξακολούθησην. Η διάψευση παρούσα τότε και τώρα, η αποτυχία διακριτή, τότε και τώρα, η συλλογικότητα διαρρηγμένη, τότε και τώρα, υπό μια απαίσια συκοφαντία. Εκείνη που την ήθελε να μπορεί να πράξει την αλλαγή. Η διαπίστωση δεν έχει να κάνει με τον ποιητικό λόγο και τη δυναμική του, αλλά με την ίδια τη στάση της ποίησης, σαν ένας άνθρωπος καμωμένος από όλους τους ανθρώπους. Ο ποιητικός λόγος βρήκε την ταυτότητά του και έδωσε σπουδαία δείγματα γραφής, όταν επιτέλους απεδέχθη την υποχρέωση να υπαχθεί στη διαδικασία της αυτοκριτικής. Οι φωνές κρίνονταν τότε επαρκείς, τούτο γίνεται παραδεκτό από όλους. Μα και τώρα, αν προσέξει κανείς τους νέους ποιητές, αν παρατηρήσει και θελήσει τελικά με ειλικρίνεια να ερμηνεύσει την προσήλωση στον Καρυωτάκη, στον Αναγνωστάκη, στον Λειβαδίτη, θα δει πως οι επιλογές αυτές είναι διαχρονικές, γιατί κατά κάποιον τρόπο ορίζουν το εύρος και τη στόχευση της ποιητικής δημιουργίας. Η γοητεία της λύπης, ο ηρωισμός εκείνων που πάσχουν, ο κλονισμός της ζωής και του κόσμου συνιστούν παρατηρήσεις του «τότε» και του «τώρα.» Η ποίηση αναζήτησε και βρήκε κάποτε την ταυτότητά της. Γηραιά και ακμαία ακόμα, για πάντα καθώς φαίνεται αντιμετωπίζει το χλευασμό μας, καθώς εμείς φερόμαστε όπως τα κακομαθημένα παιδιά, κρύβοντας από την ίδια την επιβεβαιωμένη ταυτοπροσωπία της. Η ίδια η ποίηση φωνάζει το όνομά της δεκαετίες τώρα. Οποιαδήποτε άλλη θεώρησή της δεν αποτελεί παρά μια υποχρεωτική, μεταιχμιακή διαδικασία προτού παραδεχτουμε επιτέλους πως μπορούμε να «τραγουδήσουμε» λυτρωμένοι πια. Ακόμα και αν όλα ειπώθηκαν, υφίσταται μια ακόμα δικαιολογία για τους ρομαντικούς και τους πιστούς. Η αίσθηση, της ποίησης η αίσθηση αποδείχτηκε, κατόπιν δοκιμών και αναζητήσεων πως είναι μία και απόλυτη. Είτε κοιτά προς το μέλλον, είτε αναδεύει το παρελθόν, είτε ακόμα κοιτά με ευθύτητα τα τωρινά μας χρόνια, έχει μια αίσθηση κεντρική και αναλλοίωτη. Η προσκόληση, σχεδόν εκ φυσικού των νέων ποιητών σε τούτα τα καλέσματα επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ειδικά δε, αν θεωρήσουμε επαρκή την άποψη πως μόνο από εκείνους που στέκουν αφελείς και καθαροί απέναντι στην τέχνη, μπορεί να εκτιμηθεί το διαχρονικό, το κορυφαίο, το αισθητικό, με την έννοια ενός λόγου που παθιάζει, αγγίζει και συγκινεί. Εις στο έπακρο.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

«Οι κούκλες, λοιπόν»

πεζό
του Απόστολου Θηβαίου
φωτ. Jason Ginman
  
  Δεν έχουν πρόσωπο. Πρόκειται για μορφές, δίχως μάτια, δίχως στόμα οι μορφές αυτές αφήνουν κραυγές, εσύ δεν τις ακούς, γιατί δεν έχουν οι μορφές αυτές στόμα, δεν έχουν οι μορφές αυτές. Το δέρμα τους, σαν καμμένο, μοιάζει με εκείνο το χρώμα το ακαθόριστο που έχουν τα λείψανα στις προσθήκες των επαρχιακών εκκλησιών. Οι μορφές, λοιπόν αυτές έχουν μια τέτοια αποτρόπαια όψη. Κανείς δεν τολμά να τις κοιτάξει, γιατί δεν αντέχεται τόση λύπη, τόση ασφυξία δεν αντέχεται, οι μορφές αυτές δεν παίρνουν ανάσα, η μοναξιά δεν τις αφήνει να πάρουν ούτε μια ανάσα και έτσι πεθαίνουν αυτές από το πρωί. Εσύ δεν θα υποψιαστείς, δεν θα δώσεις πια καμιά σημασία  στις μορφές αυτές, ούτε θα ακούσεις τα ουρλιαχτά, τις οιμωγές δεν θα τις ακούσεις, ο καιρός θα τις πάρει, σαν βλαστήμιες θα τις πάρει ο καιρός, θα τις βάλει μες στα σπίτια τα μεσημέρια. Οι κραυγές αυτών των μορφών είναι οι ξαφνικοί θόρυβοι που ακούς στις οροφές και τα πάρκα και αποδίδεις πάντα την προέλευση των ήχων στους ραγδαίους ανέμους, στα αδέσποτα που ζουν όταν πεθάνουν τα απογεύματα, που ξεθάβουν τους νεκρούς μας Μαριέλ. Αυτούς τους ανυποψίαστους θορύβους, εσύ δεν τους ακούς, δεν τους φαντάζεσαι και όλο προσπερνάς τις μορφές εκέινες, έτσι αδιάφορες καθώς στέκονται σε βάσεις μεταλλικές και κυτία με υλικά μεταφορών, κάτασπρο χιόνι, τεχνητό, ντυμένες με τα πιο φίνα ρούχα, τίποτα δεν μπορεί να κρύψει το κατακρεουργημένο πρόσωπο, το συντριμμένο, τα μάτια που λείπουν, τα χείλη που κατασπαράχτηκαν από τα βρεφικά δόντια, τα χέρια που είναι σφιχτά, όπως των αγαλμάτων, όπως των αγαλμάτων. Οι μορφές αυτές έχουν μια γύμνια, μια εξάντληση αξεπέραστη και δεν υφίσταται πια κανείς, απολύτως τρόπος για να συγκαλυφθεί ετούτη η ανεπάρκεια, ετούτη η έλλειψη, ο σπαραγμός Μαριέλ δεν κρύβεται, συνιστά πάντα μια ολόκληρη εποχή που τη θυμάσαι και τη φοβάσαι. Μιλώ για τις μορφές στις βιτρίνες, για τα καπλάνια στο χρώμα των λειψάνων που σιωπούν τις νύχτες μες στα εμπορικά τα μαγαζιά, στην Πατησίων, την οδό Αιόλου, τις συνοικίες και τα περιθώρια.Οι μορφές αυτές είναι άνθρωποι που νικήθηκαν και θάφτηκαν δίχως τιμές και εσύ που έτσι, αδιάφορα τις προσπερνάς, μερίμνησε για μια στιγμή και συλλογίσου τις ανεπανόρθωτες, αυτές, θλιβερές περιπτώσεις. Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν μάτια, το στόμα τους είναι ένα διαλυμμένο λατομείο και εκεί δεν υπάρχει μετάλλευμα, μονάχα σίδερα και μεγάλα, παλιά μηχανήματα εξορύξεων.
  Όταν κοιτώ τις μορφές αυτές φευγαλέα, θυμάμαι πάντα τα τελευταία, θλιμμένα κορίτσια που εγκατέλειψαν τις σαββατιάτικες γιορτές και με πόδια γυμνά και ματωμένα τρέχουν αιώνες τώρα πίσω από τα νεκρά φύλλα και τους εραστές με τις θυελλώδεις  μοτοσυκλέτες. Μιλώ για τα κορίτσια ανεμοδείκτες.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

«ΒΡΑΔΙΝΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ» Οι άνθρωποι μια χούφτα από βράχους

διήγημα
του Απόστολου Θηβαίου

(Ένας νέος, με μολυσμένο πρόσωπο και μολυσμένα χέρια, εισέρχεται στο περιβόλι. Εδώ ανθίζουν μονάχα ολόλευκα, μαρμάρινα λουλούδια. Με τέσσερα πέταλα, ακίνητα. Ο άσπρος μαντρότοιχος, τα δειλά φώτα που σβήνουν λίγο πιο πέρα από την πόλη, η γυναίκα με τα μαύρα που ποτίζει τα μαρμάρινα σκεύη, ένα σκυλί που φτάνει για να πεθάνει ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί καθένας που κατέχει μια αδέσποτη ψυχή πασχίζει να τελειώσει ανάμεσα σε ανθρώπους. Στο βάθος δυο σκυφτές σκιές. Μια φωσφορική λάμπα, τα σύνεργα των αναμνήσεων, ένας παλιός καθρέφτης που συγκράτησε τα όμορφα είδωλα. Η Κατερίνα και ο Παύλος μιλούν χαμηλόφωνα. Τα πρόσωπά τους σπασμένα. Σαν χώμα που στερήθηκε το νερό. Γελούν. Γύρω οι νεκροί καθαρίζουν τα παράξενα, στενόχωρα σπίτια. Μοιάζουν με ράχες μικρές. Επιπλέουν στη γη. Ένας άνδρας καρφώνει τη νύχτα γύρω από τα δέντρα. Στα χέρια του μια φωτογραφία. Ένα μαύρο πρόσωπο, με πορφυρά μάτια. Ίσως να γελά. Ο άνδρας στηρίζει τον καιρό σε ένα δοκάρι από στάχτη. Απλώνει ένα μουσαμά από φως και επιδίδεται σε μια παράδοξη τελετή. Ο μουσαμάς έχει σχέδια από πράσινη και χρυσαφιά λαδομπογιά. Εκείνες οι ζωγραφιές θυμίζουν έντονα ξένα, νότια τοπία. Η Κατερίνα και ο Παύλος συνομιλούν.)

Η Κατερίνα μιλά. Πεθύμησα τις πλατείες. Με τα παιδιά της αγωνίας. Τη μυρωδιά από τις βραδινές φωτιές, τους καπνούς από τις αναπάντεχες εξεγέρσεις. Εδώ υπάρχει τόση ησυχία. Κανείς δεν μπορεί να πεθάνει μες σε τόση σιωπή. Οι μνήμες αντηχούν επίμονα. Τα τραγούδια, οι δηλώσεις της μεταμέλειας, ο θρήνος για τον ξαφνικό χαμό ενός κοριτσιού πίσω από τα άρρωστα δέντρα.  Με τούτο το φως η νύχτα δεν μπορεί ποτέ να σπάσει, να διαλυθεί η νύχτα δεν μπορεί. Ξέρεις, Παύλο, το φως δεν φτάνει ποτέ ψηλά. Σέρνεται στη γη. Τα πάντα γερμένα από την ντροπή Παύλο.
Ο Παύλος θα πει. Κάποτε πίστευα πως οι άνθρωποι μιλούν. Γράφουν από ανάγκη. Κατερίνα, οι τελευταίοι άνθρωποι χάθηκαν. Όσοι απέμειναν πεθαίνουν μες στα σπίτια με τις προγονικές μορφές. Στους τοίχους, στις μικρές κορνίζες. Με την ασημένια μπορντούρα, τα ασημένια μάτια, τα άδεια. Τα περασμένα πρόσωπα στοιβάζονται μες σε πλαίσια αυστηρά. Δεν περισσεύει ούτε μια μνήμη, Κατερίνα. Σε ένα μνήμα μεγαλοπρεπές κηδεύτηκαν χθες όλες μας οι βεβαιότητες Κατερίνα. Μια ξεχασμένη φρουρά φυλά την είσοδο. Υπάρχουν ακόμα τυμβωρύχοι που γυροφέρνουν το μνήμα. Παλεύουν. Να νιώσουν κάτι από τις βεβαιότητες.
Η Κατερίνα, με τις παιδικές εκφράσεις, κοιτά τα τρύπια χέρια της. Τα τεντωμένα σύρματα. Παύλο, στα σύρματα δεν υπάρχουν μαύρα πουλιά πια. Οι φίλοι μου, κείτονται σε διπλανά σπίτια. Τώρα κανείς πια δεν κοιτά στον ουρανό. Όλοι έχουν έναν ορίζοντα από ξερά χόρτα και λύπη. Θυμάμαι ένα παλιό στέκι. Υπήρχε ένα τραπέζι. Με άσπρο τραπεζομάντιλο και κόκκινο μαζί. Στο κέντρο ένα τασάκι με την επιγραφή μιας μεταφορικής εταιρείας. Με πράσινα γράμματα. Σαν ένα αίμα με άλλο χρώμα. Γύρω οι καπνοί. Οι χρησμοί ξεχύνονταν από το στόμα. Άνοιγαν μικρές οπές στα χείλη. Αυτό θύμιζε τις αδιόρατες καταστροφές στα φράγματα. Που αφήνουν το νερό και τραβάει το δρόμο του. Ξυπόλητο. Όλος ο κόσμος είναι ένα πελώριο φράγμα Παύλο. Και οι θηρευτές κυνηγούν το νερό. Εκείνο μοιάζει με το παιδί. Καθώς τρέχει να φυλαχτεί από ενήλικες βροχές.
Ο Παύλος δακρύζει. Μιλά. Κατερίνα, κάθε μέρα που πεθαίνουμε. Κάθε μέρα πεθαίνουμε Κατερίνα. Φοβάμαι για τα παιδιά. Τα παιδιά φοβάμαι. Μήπως ξεχάσουν την ξεγνοιασιά των καλοκαιριών, την υπέροχη έκπληξη ενός διαλυμένου παιχνιδιού.
Σώπα Παύλο. Άκου τα χτυπήματα. Πάντα τα ίδια καρφιά. Η ίδια προδοσία. Μια καταραμένη επιλογή. Τα ποδοκροτήματα Παύλο κοινωνούν το χαμό. Κοίτα τη σκιά πίσω από το μουσαμά με τη λαδομπογιά. Αλλάζει πολλές μορφές. Σαν σύννεφα. Που αποκτούσαν τις όψεις δυο ματιών. Φτιαγμένων από ανθρωπιά και κάτι από τα παιδιά. Τότε Παύλο, σου μιλώ για τότε. Στο βάθος της πόλης δεν ακούγονται οι φωνές των παιδιών. Μονάχα συριγμοί από τις τσεκουριές. Πάνω στα μαύρα πρόσωπα με τα στολίδια. Με τα πέτρινα περιδέραια, τα δαχτυλίδια με τις περίεργες μορφές. Οι φίλοι μου Παύλο κάποτε σχημάτιζαν αψίδες από κραυγές. Ατρόμητες κραυγές αγριοπουλιών. Σε λίγο θα ξημερώσει Παύλο. Θα σβήσουμε τη γκαζόλαμπα. Με τα νεκρά ζωύφια της υγρασίας. Στίγματα στο σβησμένο φως, στα διάφανα χέρια. Πάντα θα χιονίζει στις πόλεις μας. Ένα άκαμπτο χιόνι, σκληρό σαν γυαλί σπασμένο. Με μικρές γωνίες που χαράζουν διαδρομές στα ευαίσθητα σημεία των δαχτύλων.
Να με αγαπάς Κατερίνα. Όσο μπορείς να με αγαπάς.
Μπορώ Παύλο. Πρέπει να μπορώ. Για να καταρρεύσουν τα άσυλα που φυτρώνουν μες στα σπίτια. Πρέπει να μπορώ Παύλο. Κάποτε κάποιος είπε. Ένας θάνατος είναι πάντα ένας φόνος.

(Οι δυο σκιές αγκαλιάζονται. Έπειτα φορούν δυο ξύλινα παλτά. Φθαρμένα από αναρίθμητες αγκαλιές. Ύστερα ακολουθούν ένα κατηφορικό δρόμο. Ξεπηδά μες στο περιβόλι. Έχει στο βάθος του ένα αποκορύφωμα. Και είναι ένας τόσο απελπισμένος και ανθρώπινος δρόμος. Ο άντρας θα ξεκαρφώσει τη νύχτα. Με ένα μαχαίρι σκίζει το σκοτάδι πρόχειρα. Υπάρχει τόσο φως εκεί έξω. Ένα φως σαν κιμωλία. Που κάνει τα πρόσωπα λευκά. Σχεδόν θεατρικά. Δίχως τις ψευδείς σκηνικές προοπτικές. Γιατί τα πρόσωπα θα είναι πάντα λευκά. Πιο ανθρώπινα από ποτέ. Ο εβένινος άνδρας έχει τώρα μια πατρίδα. Σαβανωμένη πατρίδα είναι κάθε αφιλόξενη πατρίδα. Δεν υπάρχει τίποτα το γνώριμο πάνω του. Η νύχτα τον προίκισε με ένα προσωπείο. Άγριο με πελεκητά μάτια και σφιγμένα δόντια. Τώρα δεν υπάρχουν σπίτια στο περιθώριο των δρόμων. Μονάχα οδοφράγματα από γλώσσες και θρησκείες. Αν δεν φυλαχτούμε, οι σταυροί θα μας πνίξουν. Η Κατερίνα και ο Παύλος γεννούν μια φωνή σαν φως. Μα πάντα η παραίτηση προκαλεί έναν τόσο περισσότερο θόρυβο. Οι άνθρωποι μια χούφτα από βράχους. Η μέρα γέννησε την αγωνία και έπειτα πέθανε.)

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

«ΠΟΙΗΣΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ»

δοκίμιο
γράφει ο Απόστολος Θηβαίος
W. B. Yeats - Κ. Π. Καβάφης

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», γράφει ο Ιρλανδός με το γυάλινο προσωπείο. Και ο λόγος του φτάνει μέχρι την Αλεξάνδρεια και έρχεται και κουρνιάζει δίπλα στη σιωπή του Κωνσταντίνου. Δυο άνθρωποι, δυο διαφορετικοί κόσμοι, εκπρόσωποι των οριζόντων που δείχνουν οι μεταλλικοί ανεμοδείκτες των αιχμηρών σκεπών, ο Καβάφης και ο Γέητς συναντιούνται μες στους στίχους της ποιήσεώς τους. Η αγωνία, η κοινή τους αγωνία, η μεταφυσική, η ανήμερη, διαχρονική αγωνία τους συνιστά την ίδια αγωνία των δικών μας ανώφελων καιρών.

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.»


Ο Καβάφης, δίχως κανένα λεκτικό στολίδι περιγράφει μια οικεία εικόνα. Μια εικόνα από εκείνες που απαντά κανείς στα ερημικά καφενεία της υπαίθρου, με τις ψάθινες καρέκλες του κατσίβελου και τα ξύλινα, πολυκαιρισμένα τραπέζια, που έχουν ακόμα την οσμή του ούζου, τα καφετιά ψήγματα του ξεραμένου καπνού. Φαντάζομαι τον ποιητή, να στέκει παράμερα, τότε, στον καιρό της δεύτερης νιότης του και να συλλαβίζει το φόβο του γήρατος. Απέναντί του ένας ηλικιωμένος, αξιοπρεπής κύριος. Το καπέλο με το σκληρό γείσο και την κατάμαυρη κορδέλα, το κομποσκοίνι με τις πορφυρές χάντρες, λιγοστά, μεταλλικά νομίσματα πλάι στο φλιτζάνι του καφέ και έπειτα δυο χέρια. Δυο χέρια που έπαψαν πια να ανοίγουν δρόμους, που έπαψαν πια να κουβαλούν την ορμή των καταρρακτών. Δεν μιλά εκείνος ο γέρος, μονάχα συλλογίζεται τα ξοδεμένα χρόνια, δίχως καμιά αγωνία, δίχως καμιά έγνοια για τον καιρό που σώθηκε.

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη και με τρίχες λευκές πλάι στο τζάκι ως θα είσαι για στοχάσου και σκέψου τη γλυκιά τη ματιά σου. Μα και πάλι ονειρέψου τις βαθιές και χαμένες των ματιών σου σκιές.»

Ο Γέητς, στοχάζεται τις μέρες του, τις παμπάλαιες, ξοδεμένες μέρες του. Όπως και ο Αλεξανδρινός, έτσι και εκείνος, γνωρίζει καλά πως κάποτε θα καταφτάσουν μανιασμένες οι γερασμένες σκέψεις. Ξέρει καλά, πως κάποτε θα έρθουν τα περίφημα, αρχαιολογικά πρωινά και οι θλίψεις πια δεν θα έχουν άλλες μορφές για να αλλάξουν. Οι δειλές λατρείες θα έχουν λησμονηθεί και ξεθωριασμένες θα απομένουν, καθώς οι καφετιές προσόψεις των σπιτιών στις προσφυγικές συνοικίες της πόλεως. Οι σιδερένιοι δρόμοι, εκείνοι που κάποτε έφερναν ήχους ερώτων, επιθυμιών σφοδρών, θα μοιάζουν πια με λάβαρα ξεφτισμένα, παρατημένα πλάι στις σωριασμένες αψίδες των θρυλικών μας επετείων.

«Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»

Η επώδυνη αποδοχή της ήττας. Εκείνης της τραχιάς ήττας που μόνο με τις νύκτιες συναλλαγές μας μπορεί να συγκριθεί. Ο Καβάφης πάντα σταθερός απέναντι στη μοίρα του, αγγίζει τα σπασμένα αθύρματά της, τα θρυμματισμένα απομεινάρια των επιλογών. Κάμει την αγωνία του συνήθεια και δεν στοχάζεται πια εκείνον τον ξένο που κάποτε συνάντησε στον καθρέφτη και εκείνος ψέλλιζε αλλόκοτες συλλαβές, ακατάληπτων φράσεων. Δεν μνημονεύει πια εκείνον που μιλούσε χρόνια τώρα, μέσα από το θολό τζαμωτό για τις νεκρές, επερχόμενες μέρες μας.

«Στη θρακιά σκύβει τώρα- σιγοτρέμουν τα χέρια, μουρμουρίζει τη θλίψη, πώς η αγάπη περνά, ξεκινάει και ανεβαίνει σε βουνά μακρινά τη μορφή του να κρύψει σε κορών απ’ αστέρια.»

Δυο άνθρωποι, δυο ποιητές που έζησαν παράλληλους βίους, πιστά δοσμένοι στην υψηλή δοκιμασία της τέχνης. Γητευτές των πιο βαθιών νοημάτων, οι δυο ποιητές ανταλλάσουν σήματα ασθενικά. Και από την Αλεξάνδρεια μέχρι το Δουβλίνο, φεγγίζουν οι ιδέες και τα οράματα, τα πιο θλιβερά και ανθρώπινα μαζί.
Τα δυο, ετούτα ποιήματα αποδεικνύουν, πέρα από ρομαντικές προσεγγίσεις και αλληγορικά νοήματα, πως η ποίηση δεν είναι μονάχα λόγια αραδιασμένα στο χαρτί, με μέτρο και άξιο συλλαβισμό. Η ποίηση αντλεί τα θέματά της από τη ζωή και η ζωή δεν διαφέρει σε κανένα τόπο, σε καμιά αυλή ή κάμαρη. Ο Γέητς και ο Καβάφης, όπως τόσοι άλλοι που κατάφεραν να μιλήσουν, ξεπερνώντας τις γεωγραφικές αποστάσεις, κατόρθωσαν και κάτι πιότερο σπουδαίο. Κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την οικουμενικότητα της ποίησης.

Σημείωση:
Τα αποσπάσματα προέρχονται από το ποίημα «Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», του Γέητς και το «Ένας Γέρος», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Το δίλημμα του Ορέστη

Νικηφόρος Βρεττάκος,
«Ο διακεκριμένος πλανήτης»

Ορέστης και Ερινύες
Υπάρχουν φορές που στα ποιήματα κρύβεται επιμελώς η διαφορετική, η λεγόμενη «άλλη» προσέγγιση. Μιλώ για εκείνη που συνοδεύεται από το αίσθημα της διεξόδου, από το αίσθημα εκείνο της λύτρωσης που συνεπάγεται η διατύπωση μιας ακριβούς αιτίας ή ενός συμπεράσματος εξαιρετική απλότητας και κατά συνέπειας, λάμψεως.
Το ποίημα «Το δίλημμα του Ορέστη» συνιστά μία από εκείνες τις στιγμές. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, πάντα με το βλέμμα του στο «υψηλό», στο κενό εκείνο που λέγεται ουρανός και χωρα όλα τα μάτια της γης. Μα εδώ, ρεαλιστικός κριτής, κινούμενος στα «τραγικά σύμπαντα», ερμηνεύει την τρομερή πτώση του Ορέστη, με όρους κυριολεκτικά ανθρώπινους, τόσο ώστε να μπορούν να χαρακτηρισθούν πρακτικοί, αδιαμφισβήτητοι λοιπόν, στέρεοι στη σημασία και την επίδρασή τους. Το «υπέρ μόρον», εκείνο το οποίο διαφεύγει των κανόνων συνιστά την τερατώδη αδυναμία του ήρωα Ορέστη. Μα εδώ, το καβαφικό «ναι» ή το «όχι» δεν υφίσταται. Στην περίπτωση του αργείου παιδιού εκείνο που δεν ξεπεράστηκε ποτέ είναι το ανθρώπινο στοιχείο. Ο Βρεττάκος αναγνωρίζει στον άνθρωπο την αδυναμία να υπερβεί τον εαυτό του. Η έννοια του χρέους είναι εκείνο που δεν τηρήθηκε, εκείνο που δεν κατόρθωσε ο ήρωας να ξεπεράσει και έτσι δόθηκε και τέλειωσε όπως αρμόζει σε μια ύπαρξη. Ο ποιητής δεν προβάλλει κανένα αίτημα πολιτικό. Μόνο επιβεβαιώνει εκείνο το φοβερό μυστικό που έχει λεχθεί και πάντα δεν μπορούμε παρά να αποφύγουμε να φανταστούμε πως πραγματώνεται.  Η δυστυχία, εκείνο που επιβάλεται δεν υπάρχει και δεν προκύπτει παρά από τον ίδιο το θύμα, τον ίδιο το θύτη. Ο Ορέστης, πάλεψε στο έργο του Ρίτσου, μετάνιωσε σαν Χριστός και σκέφθηκε πως θα ήταν τάχα αν τη μοίρα του διέψευδε. Μα το «ανθρώπινο» είναι αξεπέραστο, το «ανθρώπινο» είναι τόσο πιο υψηλό, είναι, λέει ο ίδιος ο ποιητής «το λαμπρό μαργαριτάρι του κόσμου» και είναι αποτυχία το μόνο της εμπειρίας παιδί. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος αντιλαμβάνεται με την αφοπλιστική αποδοχή του το γεγονός του φόνου. Καταννοεί τις εποχές, τις επιταγές που συνεπάγονται αυτές, δεν διστάζει να διατυπώσει εκείνη την αλήθεια που με βεβαιότητα μπορεί να ξεπεράσει την αίσθηση της αποτυχίας. Η έλλειψη που δημιουργείται ανάμεσα στο σκοπό, την αιτία, το αποτέλεσμα είναι μια αναπόφευκτη πορεία. Και ο ποιητής, όπως και τότε ο Ορέστης γνωρίζει καλά και το παραθέτει στην κρίση μας, ως μια εναλλακτική αιτία ενός ιστορικού δισταγμού. Και μόνο η αναζήτηση μιας δικαιολογίας αναδεικνύει τον παρηγορητικό λόγο του Βρεττάκου, τον καταπραϋντικό, εκείνον που τελικά θα επικρατήσει γιατί η λύπη της ανθρώπινης αδυναμίας ή ανωμαλίας συνιστά το πιο βαρύ φορτίο για κάποιον που διδάχτηκε τη συνείδηση της τελειότητάς του.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ορθώνει έναν λόγο συμπονετικό και τούτο είναι κάτι παραπάνω από σπάνιο ανάμεσα στους ανθρώπους. Πέρα από το λόγο ο Βρεττάκος με τούτο το ποίημα σκύβει και αγκαλιάζει τη σωρό του Ορέστη, αντιλαμβάνεται το αδιέξοδό του και λυτρώνει την ιστορική του μνήμη, αναλαμβάνοντας να εκφέρει το ιστορικό συμπέρασμα.  Ο Βρεττάκος αντιλαμβάνεται και πονά για εκείνο το πάθος που ξέφυγε των πραγμάτων, μετανιώνει για εκείνο που δεν πραγματοποιήθηκε. Αφήνει λίγα λουλούδια στον τάφο του Ορέστη και απαλάσσει τον εαυτό του, εις τον αιώνα. Εκείνο που δεν αποφεύχθη είναι το ξεπέρασμα του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Ευτυχώς.
Απόστολος Θηβαίος

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

«οι Πέρσες» του Απόστολου Θηβαίου


  Θηβαίος Απόστολος / κατηγορία: πεζός λόγος / εδημοσιεύθη στο τεύχος 4
    Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν στο ξημέρωμα. Υπομένουν στωικά το ανυπολόγιστο βάρος της νύχτας. Μιλώ για ανθρώπους πιο κρυμμένους και από εκείνους τους γερασμένους οδοιπόρους των νεκρών απογευμάτων. Καμιά φορά, αποκτώ την πεποίθηση πως λίγο πάνω από το σκοτάδι, υφίσταται ένα ποτάμι από φως. Εκείνο χύνεται και οι νεαροί Πέρσες εμφανίζονται στους δρόμους της αυτοκρατορίας. Με πολύχρωμα ρούχα και μια βροχή από πεταλούδες γύρω από τα μάτια, επιλέγουν τη σιωπή ενός αρχέγονου δάσους. Με τα ρωμαϊκά μαλλιά τους, που έχουν αποκτήσει μια όψη ζωώδη, κουβαλούν στα παιδικά τους χέρια λινά φορτία. Τα χρώματα της πραμάτειάς τους είναι πράγματι ευφάνταστα. Ταπεινά αντικείμενα, υαλώδους όψεως, με σεμνά κομμάτια ενός ψευδέστατου πλούτου τοποθετούνται με ιεροτελεστία στη γνώριμη θέση. Παλαιικά αντικείμενα, αποτυπώσεις νεαρών κοριτσιών με ευρωπαϊκή περιβολή και μοντέρνα εκμαγεία, με αδιόρατες, ανεπαίσθητες ρωγμές. Τα πρόσωπα των νεαρών είναι άφταστα τεντωμένα. Η αγωνία των ημερών καθρεφτίζεται στα επιβλητικά μάτια των περήφανων προγόνων. Κατά μήκος των παρόδων, οι άνθρωποι αυτοί αποθέτουν την προσφιλή τάξη των λάμψεων. Κάποιοι από αυτούς θα αγνοήσουν την επικινδυνότητα. Με το χαμόγελο της αγοραίας ηδονής ακολουθούν τις δροσερές οδούς των ερημικών πάρκων. Στα γυμνά πόδια τους μπλέκονται τα χάλκινα φύλλα, οι ακαθαρσίες, το χώμα. Σε τούτες τις ηπείρους Αχαιοί φρουροί φυλάσσουν με πείσμα τη σπουδαία σύναξη των αιμάτων. Οι μνήμες της ιστορίας, των τάξεων οι επιταγές περιφρονούνται εντός των συνόρων.
    Και θα καταφτάσει ο σπασμένος ουρανός του μεσονυκτίου. Οι κρήνες, τα πλακόστρωτα, οι ακατάληπτες σημάνσεις των παρόδων, θα έχουν διαμελιστεί. Τα χέρια των νεαρών Περσών θα θυμίζουν τα πληγωμένα φτερά των αποδημητικών πουλιών, καθώς πεθαίνουν στις αυλές των βασιλικών οίκων. Τα σώματα ντύνονται τη στάχτη αναμνηστικών αγγιγμάτων. Ένα αγόρι εξαίσιας ομορφιάς, μετρά το χρόνο των τροπικών. Στις υπερυψωμένες φωλιές παραμένουν τεντωμένα τα σαπισμένα σχοινιά. Οι ερωτευμένοι ανταλλάσσουν τα συγκλονιστικά ψεύδη. Ο ηλικιωμένος με το παλτό και τα σφιγμένα χέρια, τα σφιγμένα δόντια σπέρνει τα αισχρά λόγια στο βραδινό αέρα. Οι απογραφείς καταμετρούν τα ρημαγμένα αντικείμενα της εμπορίας. Το παζάρι του κινδύνου λαμβάνει τέλος. Ο νεαρός, με τις αριστοκρατικές κινήσεις ανήκει στις ανθρωπότητες της παρακμής. Οι ευγενικές καταβολές του δεν θα προκαλέσουν το σεβασμό των πληβείων. Ο αχθοφόρος επιθυμεί να αγοράσει λίγο από τον έβενο που παζαρεύεται στους κόλπους των ανήσυχων περιθωρίων. Μα εκείνος που κάποτε θύμιζε άνθρωπο, τώρα φλέγεται από το εύθραυστο φύλλο του. 
  Ξημερώνει. Έξω από τα ακατοίκητα παράθυρα, τα αδέσποτα ακονίζουν τα νύχια τους στην αρχαία επιφάνεια αττικών πετρωμάτων. Το φως, μιλώ πάντα για φως, καταφτάνει θολό στα υπόγεια καταλύματα. Κάποιος τρομάζει. 

___________________________________


Ο Απόστολος Θηβαίος έχει γράψει και εκδώσει τα: 
«Νόμι­σμα στην Όχθη», «Πολύχρωμο Θάρ­ρος», «Mendizabal», «Οδός Πόλεως, Αριθμός 28».
Κείμενα και ποιήματα του φιλοξε­νούνται σε έντυπα και ηλεκτρονικά πε­ριοδικά. («Νέα Σκέψη», «Φτωχούλης», «Σοδειά», «Ποιείν», «Αιολικά Γράμματα», «Asante», «Νέα Ευθύνη», κ.α.), ενώ συμμετείχε σε ανθολογίες και περιοδικές εκδόσεις. Επίσης, παρευρέθηκε στο 30° Συμπόσιο της Ποίησης, τον Ιούνιο του 2010 στο Πανεπιστήμιο Πατρών, εκ­προσωπώντας, μαζί με άλλους, αξιό­λογους ποιητές τη νέα γενιά. Ο ίδιος, διακρίθηκε στο πρόσφατο παρελθόν σε διαγωνισμούς λογοτεχνικού περιεχομέ­νου.
Μια ταινία μικρού μήκους, σε δικά του κείμενα έχει προβληθεί στο πρό­σφατο παρελθόν στο «studio της οδού Πλαταιών», ενώ συμμετείχε στο φεστι­βάλ του «Τραίνου στο Ρουφ», τα «12 Κουπέ», με δικά του κείμενα το Μάιο του 2011.


Blogger templates


Blogger news