Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Αλέξανδρος Παναγούλης - «δις εις θάνατον»

πρόσωπα
γράφει η Νίκη Ηλιοπούλου

Οι νεότεροι άνθρωποι, έχουν μάθει να ακούνε την ιστορία της επταετίας καθισμένοι γύρω από τον πατέρα, τον παππού ή την γιαγιά, που πρωτοστάτησαν στον αγώνα κατά της δικτατορίας. Πολλοί δε, αναφέρουν ως επί τω πλείστων, κομβικό σημείο την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά και τη γενικότερη δράση γύρω από αυτό. Η 17η Νοεμβρίου του 1973 έχει την «αποκλειστικότητα» της αναφοράς τους. Σχεδόν κανείς δεν αναφέρει πως την ίδια ακριβώς ημερομηνία, 5 χρόνια πριν, ένας άνθρωπος που τόλμησε να υψώσει το ανάστημα του απέναντι στη χούντα, καταδικαζόταν «δις εις θάνατον».


Είναι κι αυτός όπως τα παραμύθια της γιαγιάς που πια δεν ακούγονται. Μια ιστορία, ένας ήρωας, και πολλοί κακοί που στο τέλος πεθαίνουν. Η δική μας ιστορία έχει γραφτεί 40 χρόνια πριν. Ο δικός μας ήρωας ακούει στο όνομα Αλέκος Παναγούλης και είναι ο ήρωας της χούντας. Οι «κακοί» είναι οι πρωταίτιοι της δικτατορίας, που στη δική μας ιστορία πεθαίνουν νικημένοι μεν, πολύ αργότερα δε.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ [αφιέρωμα]

Του Κορνήλιου Ρουσάκη

Φωτ.  Λευτέρης Βογιατζής (1945-2013)
Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής, ο ανανεωτής του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, έφυγε από τη ζωή τη Μεγάλη Πέμπτη 2 Μαΐου 2013, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.

Γεννήθηκε στην Καλλιθέα το 1945, όπου και έζησε τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παρακολούθησε για δύο χρόνια το Reinhurt Seminar στη Βιέννη. Αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη.

Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1973, στον ρόλο της γιαγιάς στο έργο Κυριακάτικος περίπατος του Ζορζ Μισέλ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη. Την εποχή εκείνη παίζει μια σειρά κλασικών ρόλων όπως τον Άλφρεντ, στις Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης του Χόρβατ, την επώνυμη ηρωίδα στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, τον Ευριπίδη στους Βατράχους του Αριστοφάνη, τον Ταρτούφο στον Ταρτούφο του Μολιέρου.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Σιμόν Ντε Μπωβουάρ [της Μαρίας Ροδοπούλου]

«Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι» Σιμόν Ντε Μπωβουάρ

«Μας προτρέπουν να είμαστε γυναίκες, να παραμείνουμε γυναίκες, να γίνουμε γυναίκες.  Η αλήθεια είναι ότι το κάθε άτομο αποτελεί μια μοναδική, ξεχωριστή προσωπικότητα» από το «Δεύτερο Φύλο» της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Sylvia Plath [πρόσωπα]

Sylvia Plath [ΠΡΟΣΩΠΑ] ΤΕΥΧΟΣ 15
 _γράφει η Μαρία Ροδοπούλου


Από την πρώτη στιγμή που την γνώρισα μέσα από την κληρονομιά που άφησε στον κόσμο, μου θύμισε το παιδί που προσπαθούσε ν αδειάσει την θάλασσα με τις χούφτες του. Εάν είχε ζήσει σε παλαιότερες εποχές είτε θα είχε γίνει αγία είτε θα την είχαν κάψει στην πυρά σαν μάγισσα. Σκέφτομαι μάλιστα πως θα μπορούσαν να είχαν συμβεί και τα δύο μαζί. Η ίδια έβλεπε τον εαυτό της χαμένο ανάμεσα στις πτυχές της. Δεν ήταν μόνο δύο. Η Σύλβια Πλαθ δεν ήταν μόνο αγία και μάγισσα. Ήταν πρώτα απ όλα και πάνω απ όλα ποιήτρια μέχρι την τελευταία ανάσα της.

«Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τους καιρούς
που με στάχτη ζευγάρωσα μες στην σκιά μιας πέτρας.
Οι αστράγαλοι μου φωτίζονται.
Η λάμψη σκαρφαλώνει στους μηρούς μου.
Χάνομαι
Χάνομαι
στα πέπλα αυτού του φωτός» Φλεγόμενη Μάγισσα




Θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί παιδί-θαύμα στον χώρο της ποίησης μιας και το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε σε ηλικία οκτώ ετών. Η ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία της μεταφέρθηκε άνετα στην ποίηση όπου συναντάμε πολλές φορές την απόγνωση, τον πόθο για τον θάνατο αλλά και την ανάγκη για έρωτα, αγάπη και πάθος για ζωή. Συχνά διανθίζεται με ένα ιδιαίτερο χιούμορ και ειρωνεία. Μια ποιητική ιδιοφυία, η Σύλβια Πλαθ άφησε πίσω της ένα πλούσιο έργο πάνω από 250 ποιήματα, άρθρα, δοκίμια, ένα θεατρικό και ένα μυθιστόρημα.
Η Σύλβια γεννήθηκε το 1932 και πέρασε την παιδική της ηλικία κοντά στην θάλασσα. Ο χαμός του πατέρα της όταν ήταν εννέα ετών την σημαδεύει ανεξίτηλα. Μέχρι τον θάνατό της κουβαλάει μια οργή μέσα της για τον χαμό του πατέρα της. Η οργή της γεννά τον μύθο της προδοσίας όπου απλώνεται στην αιώνια σύγκρουση μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού. Πολλές φορές εξομοιώνει το πρόσωπο του πατέρα με θηρίο αναζητώντας από την μία την δικαιολογία για τον θυμό της και από την άλλη την λύτρωση από τον βαθύ πόνο.

«Εάν έχω σκοτώσει έναν άντρα, έχω σκοτώσει δύο-
Τον βρικόλακα που είπε ότι ήσουν εσύ
και συνέχεια έπινε το αίμα μου,
Επτά έτη, εάν θες να ξέρεις.
Μπαμπά, τώρα μπορείς να ξεκουραστείς

Μ’ ένα παλούκι στην χοντρή, μαύρη καρδιά σου
και οι χωρικοί ποτέ δεν σε συμπάθησαν.
Τριγύρω σου χορεύουν και σε ποδοπατούν
Πάντα ήξεραν ότι ήσουν εσύ

Μπαμπά, μπαμπά
μπάσταρδε
επιτέλους
σε προσπέρασα» Daddy

 

Ας μην γελιόμαστε όμως. Η Πλαθ γεννήθηκε με την ‘κατάρα’ της ποιητικής τελειότητας. Παρόλο που ήταν έντονη κοινωνική προσωπικότητα, οι υψηλοί της στόχοι και η δίψα για αναγνώριση  την οδηγούν στην κατάθλιψη. Κατά την διάρκεια της φοιτητικής ζωής της κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας. Εισάγεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα όπου δέχεται θεραπεία με ηλεκτροσόκ.

«Το έκανα ξανά
Κάθε δεκαετία μία φορά
Το καταφέρνω
…..
Το να πεθαίνεις
Είναι μια τέχνη όπως και καθετί άλλο
Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά» Λαίδη Λάζαρος


Ο φυσικός κόσμος στα ποιήματά της χρησιμοποιείται ως μέσον και ποτέ ως επίκεντρο. Είναι απρόσωπος, αμετακίνητος και αιώνιος. Πολλές φορές τον αντιμετωπίζει με ειρωνεία, άλλες με οργή. Αλλά τις περισσότερες φορές βλέπεις και ζεις την αγωνία του θανάτου συνδυασμένη με την σφοδρή επιθυμία για αποκόλληση από το σώμα.

«Πόσα μύρια νήματα
το πλήθος που μασουλά φιστίκια
στριμώχνεται να δει

Να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια-
Το μεγάλο ξεγύμνωμα» Λαίδη Λάζαρος


Η Σύλβια Πλαθ γνωρίζει τον έρωτα και την αγάπη στο πρόσωπο του Άγγλου ποιητή Τέντ Χιούζ. Κάνουν μαζί δύο παιδιά αφού μετακόμισαν στις ΗΠΑ.

«Δεν είναι εύκολο να εκφράσω
την αλλαγή που επέφερες.  
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε
…..
Άρχισα να μπουμπουκιάζω
σαν μαρτιάτικο κλαδί
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο κι ένα πόδι
Από πέτρα σε σύννεφο
έτσι ανυψώθηκα…» Ερωτικό Γράμμα


Το 1962 το ζευγάρι χωρίζει αφού η Πλαθ μαθαίνει για μια σχέση του άντρα της με οικογενειακή τους φίλη. Η Σύλβια επιστρέφει στο Λονδίνο με τα δύο της παιδιά όπου επιδίδεται σε ξέφρενο γράψιμο.

«Η ποίηση είναι πίδακας αίματος.
Τίποτα δεν την σταματά»


Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, σε ηλικία τριάντα ετών η Σύλβια Πλαθ αφήνει την τελευταία της πνοή στο Λονδίνο στο σπίτι που έζησε ο αγαπημένος της ποιητής
W.B.Yeats
.

Η ποίηση της γεννά στον αναγνώστη μια πρωτόγνωρη συγκίνηση και τον οδηγεί με επιδεξιότητα χειρούργου μέσα από την αγωνία, τον πόνο, την σύγκρουση με το αναπόφευκτο και την κραυγή για μια βοήθεια που δεν ήρθε ποτέ.

Η Σύλβια Πλαθ ήταν «το κορίτσι που ήθελε να γίνει θεός»


«έχω τα ρούχα μιας χοντρής γυναίκας που δεν γνωρίζω. Έχω την χτένα και την βούρτσα μου. Έχω ένα κενό. Είμαι τόσο ευάλωτη ξαφνικά. Είμαι μια πληγή που βγαίνει από το νοσοκομείο. Είμαι μια πληγή που την αφήνουν να φύγει. Αφήνω πίσω την υγεία μου. Αφήνω κάποιον που θα μπορούσε να προσκολληθεί σε μένα: λύνω τα δάχτυλά της σαν επιδέσμους: φεύγω» Τρεις Γυναίκες



ξεφυλλίστε ελεύθερα..

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

JEAN RENOIR [αφιέρωμα]

[ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ] μεγάλοι σκηνοθέτες
γράφει ο Γιώργος Ρούσσος

Jean Renoir (1894-1979)

“Ο «Κανόνας του Παιχνιδιού» μαζί με τον «Πολίτη Κέην» είναι αναμφίβολα τα δύο φιλμ που πυροδότησαν τις καριέρες των περισσοτέρων σκηνοθετών. Αντί να απολαμβάνουμε ένα ολοκληρωμένο προϊόν που παραδίδεται για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας, νιώθουμε πως είμαστε παρόντες στην ίδια τη δημιουργία του φιλμ, σχεδόν νομίζουμε πως βλέπουμε τον Renoir να οργανώνει τα πάντα ενώ συγχρόνως παρακολουθούμε την προβολή. Για μια στιγμή σκεφτόμαστε: «Θα περάσω και αύριο να δω αν όλα εξελιχθούν με τον ίδιο τρόπο». Κι αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε να περάσουμε μερικές από τις καλύτερες βραδιές μας βλέποντας τις ταινίες του”. François Truffaut

Μακριά από δόγματα και στρατεύσεις, πίσω από μεταμφιεσμένες αλληγορίες ηθικής, οι ταινίες του πρεσβεύουν τη μία και ακλόνητη πίστη στον άνθρωπο. Μ' ένα ασταμάτητο δέος απέναντι στα μυστήρια της ύπαρξης και της θνητής φύσης. Ο Renoir συνέταξε ένα ευαίσθητο σινεμά, το οποίο αγγίζει τα ύψη της ποίησης. Η “Μεγάλη Χίμαιρα - La grande illusion” και ο “Κανόνας του Παιχνιδιού - The Rules of the Game”, τοποθετήθηκαν ανάμεσα στις σημαντικότερες ταινίες του αιώνα, ενώ φιλμ όπως το “The River” και το “Boudu Saune Des Eaux”, αναγορεύτηκαν σε μοντέλα φιλμικού μοντερνισμού.

Για τον γεννημένο το 1894 Jean, γιο του ζωγράφου Pierre Auguste Renouar, καθοριστικό ρόλο στα πρώτα του βήματα, διαδραμάτισε η πανέμορφη Αντρέ Χόεσλινγκ, νεαρή πρόσφυγας από την Αλσατία, η οποία πόζαρε ως μοντέλο για τον πατέρα του, προτού καταλήξει σύζυγος του και λίγο αργότερα, μητέρα του γιου τους. Ο σκηνοθέτης λοιπόν, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη σύζυγό του, ως πρωταγωνίστρια των ταινιών του, αλλάζοντας το όνομά της στο πιο εύηχο Catherine Hessling και γράφοντας ειδικά γι’ αυτήν το ντεμπούτο του “Catherine” το 1924, όπως και το “La Fille De L’ Eau”.

Ακολούθησε το 1926 η ταινία του “Nana”, ακριβή διασκευή στο μυθιστόρημα του Émile Zola, η οποία και θεωρείται ως η πιο σημαντική δημιουργία, της βωβής περιόδου του. Στη συνέχεια ο σκηνοθέτης πειραματίζεται με δουλειές μικρού μήκους, όπως το ονειρικό “Κοριτσάκι Με Τα Σπίρτα” του 1928. Με το σταδιακό πέρας της εποχής του βωβού, ο Renouar βρίσκει οικονομική στήριξη και γίνεται εφικτή η πρώτη ομιλούσα ταινία του στα 1931, το “On Purge Bebe”, εξερευνώντας την άγνωστη ακόμη τεχνολογία του ήχου.


Με την ταινία “Η Σκύλα” του 1931, εγκαινιάζεται η λεγόμενη γαλλική περίοδος, η οποία όμως ξεκινά με δύο πολύ σημαντικά προβλήματα. Από τη μια, η υποχρεωτική αντικατάσταση της συζύγου του με μια άλλη ηθοποιό (γεγονός που επιφέρει ανεπανόρθωτο πλήγμα στην ήδη προβληματική σχέση του ζευγαριού) και παράλληλα η απόφαση των παραγωγών να αλλάξουν το τελικό μοντάζ, προκειμένου να απαλύνουν σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, τις πιο τολμηρές πτυχές του φιλμ. Ο Renouar ωστόσο, καταφέρνει να διατηρήσει τον καλλιτεχνικό έλεγχο, σε μια ταινία την οποία θα ξαναγύριζε ο Fritz Lang μια δεκαετία αργότερα.

Το ατμοσφαιρικό “La Nuit Du Carrefour” του 1932 που είναι η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά αστυνομικού μυθιστορήματος του Georges Simenon, κερδίζει τον θαυμασμό του ίδιου συγγραφέα, ενώ με το απαράμιλλα ειρωνικό “Boudu Sauve Des Eaux” της ίδιας χρονιάς μας παρουσιάζει μια εκπληκτική ανατομία της ανθρώπινης κοινωνίας, όπως αυτή δίνεται μέσα από την ανατροπή την οποία επιφέρει ένας αναρχικός άστεγος στη ζωή ενός καθωσπρέπει αστού.

Φτάνουμε έτσι στο 1935 και το “Le Crime De Monsieur Lange”, σημάδι της πολιτικής ευαισθητοποίησης του Renouar την εποχή της ραγδαίας ανόδου του φασισμού. Γυρισμένο με την αισιοδοξία των ημερών τη συσπείρωσης του Λαϊκού Μετώπου ότι όλα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Δύο χρόνια αργότερα, ο Γάλλος σκηνοθέτης, πραγματοποιεί μία από τις πιο επιτυχημένες  ταινίες της περιπετειώδους καριέρας του. Λιγότεροι από έξι πυροβολισμοί ηχούν και οι σκηνές μάχης απουσιάζουν πλήρως, εντούτοις η “Μεγάλη Χίμαιρα”, αποτελεί μια από τις κλασικές πολεμικές ταινίες του σινεμά. Στηριγμένη στις εμπειρίες ενός στρατηγού τον οποίο ο σκηνοθέτης γνώρισε στη διάρκεια της θητείας του στην αεροπορία, το φιλμ επιχειρεί μια βαθιά ουμανιστική καταγραφή των κοινωνικών αντιθέσεων και των συνόρων που χωρίζουν ανθρώπους, τάξεις αλλά και χώρες ολόκληρες.

Μετά την εμπορική επιτυχία της ταινίας του “Ανθρώπινο Κτήνος”, ο Renouar ιδρύει την ανεξάρτητη εταιρία Nouvelle Edition Francaise, με παρθενική του παραγωγή την ταινία σταθμός για το γαλλικό και όχι μόνο κινηματογράφο, που ακούει στο όνομα “Κανόνας του Παιχνιδιού” το 1939. Ο σκηνοθέτης είχε αρχικά συλλάβει την ταινία ως μια ψυχαγωγική κωμωδία τρόπων, υπό τη σκιά ενός πολέμου που επρόκειτο να ξεσπάσει και απειλούσε την Ευρώπη, τελικά όμως, διάλεξε ένα πιο σκοτεινό αφηγηματικό μονοπάτι.

“Κανείς δε συνέλαβε την αληθινή φύση της οθόνης καλύτερα από τον Renouar. Κανείς δεν απαλλάχθηκε με τόση επιτυχία από τις διφορούμενες αναλογίες της με την ζωγραφική και το θέατρο.  Έχοντας στο μυαλό τους, τις παραδοσιακές αναφορές, οι σκηνοθέτες του σινεμά τείνουν να συλλαμβάνουν τις εικόνες εγκλωβισμένες σ’ ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, όπως οι ζωγράφοι και οι θεατρικοί σκηνοθέτες. Ο Renouar αντίθετα, κατανοεί πως η οθόνη δεν είναι απλό παραλληλόγραμμο αλλά ένα ομοθετικό επίπεδο του βιζέρ της κάμεράς του. Το ακριβώς αντίθετο του κάδρου. Η οθόνη είναι μια μάσκα που περισσότερο κρύβει παρά αποκαλύπτει την πραγματικότητα” André Bazin


“Στο δικό μου το βιβλίο, αυτό το φιλμ έχει καταγραφεί ως ένα θαύμα. Γυρίστηκε ακριβώς πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και προβλέπει επακριβώς τον επερχόμενο τρόμο. Κι όμως η ταινία, μοιάζει να κοιτάζει προς τα πίσω, μας δείχνει μια γέρικη, θλιμμένη κοινωνία να χάνεται μπροστά στα μάτια μας. Όχι μόνο στην Γαλλία, μα σε ολόκληρο τον κόσμο, τυφλή, θηριώδης βία επικρατεί, ακόμα κι αν η ίδια η ταινία είναι γεμάτη ζεστασιά και τρυφερότητα. Μια απίστευτη ελαφρότητα της ύπαρξης διαπερνά το φιλμ και μας βοηθά να ξεπεράσουμε την πικρία που αποπνέει. Πολύ καιρό πριν την εφεύρεση του steadicam, απορούμε πως γίνεται μια κάμερα να είναι τόσο ελαφριά.
Όμως αυτό που κάνει στην πραγματικότητα την ταινία τόσο διαχρονική και διάφανη είναι η άποψη του Renoir για τα πράγματα. Σπάνια συναντάμε φιλμ τόσο απαλλαγμένο από προκαταλήψεις κάθε είδους. Τίποτα δεν εμφανίζεται φτιαχτό ή στημένο. Στην πραγματικότητα κανένας κανόνας του παιχνιδιού δεν μας αποκαλύπτεται, καλούμαστε μάλλον να ξεφορτωθούμε τους προιδεασμούς μας, τους σχετικούς με τα θέματα της ταινίας: Την φιλία, την εμπιστοσύνη, τον έρωτα, τις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Σας το υπόσχομαι: Μετά την ταινία θα νιώσετε ελαφρύτεροι. Κι ακόμα, θα πρέπει να γνωρίζετε πως ο Jean Renoir εμφανίζεται κι ως ηθοποιός. Είναι αυτός κάτω από την φορεσιά της αρκούδας. Το να τον παρακολουθείς και μόνο είναι σκέτη απόλαυση. Προειδοποίηση: Το φιλμ είναι εθιστικό!” Wim Wenders


Όλα ξεκινούν σαν μια ελαφριά φάρσα, μια παιχνιδιάρικη κωμωδία δωματίου, στην οποία τα φλερτ και τα ερωτικά μυστικά κινητοποιούν τους χαρακτήρες και καθοδηγούν την ίντριγκα. Καθώς όμως η υπόθεση περιπλέκεται όλο και περισσότερο, αποκαλύπτεται ένας ασφυκτικός μικρόκοσμος και ο “Κανόνας του Παιχνιδιού”, φανερώνει το πραγματικό, βαθιά σκοτεινό του πρόσωπο. Χρησιμοποιώντας ως επίκεντρο τους καλεσμένους που φιλοξενεί η εξοχική έπαυλη ενός αριστοκρατικού ζεύγους, ο Renoir χτίζει κομμάτι κομμάτι την εικόνα μιας κοινωνίας εκτός ελέγχου, σ’ ένα διαρκές θέατρο του παραλόγου, όπου το ξεπούλημα κάθε αξίας είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση…

Διάχυτη λοιπόν, είναι η απελπισία του καλλιτέχνη που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ως προειδοποίηση για μια χώρα έτοιμη να εγκληματήσει ηθικά. Και είναι πραγματικά μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού οι φορές που το σινεμά έχει πει κι έχει δείξει, τόσο σκληρές αλήθειες με τόσο κομψό τρόπο και ίσως η μόνη που έχει απεικονίσει τόσο πειστικά την αβάσταχτη ελαφρότητα του ανθρώπινου είναι. Όλα αυτά, καθιστούν το φιλμ τόσο τρομερά προφητικό στην εποχή του, ώστε το κοινό, αδυνατώντας να δεχτεί το δυσοίωνο όραμα της, κατακεραυνώνει την ταινία, ενώ έξι εβδομάδες μετά την πρεμιέρα η κυβέρνηση ζητά την απαγόρευσή της, με το αιτιολογικό ότι διαστρεβλώνει και παρερμηνεύει παραδόσεις και θεσμούς.

Συνέπεια αυτής της επίθεσης, ήταν να κλείσει η εταιρεία παραγωγής και να κυκλοφορούν για χρόνια, αμφιβόλου διάρκειας κόπιες. Το 1956, ως ειρωνεία βρίσκεται η κανονική της βερσιόν, φτάνοντας μάλιστα μια δεκαετία αργότερα να αναγορευτεί ως η καλύτερη κινηματογραφική στιγμή του τρέχοντος αιώνα.

Καταβεβλημένος από τον θόρυβο του “Κανόνα του Παιχνιδιού” και θέλοντας να αποφύγει το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον κατακτητή, ο Renoir αποφασίζει με το ξεκίνημα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου να διαφύγει σε αμερικανικό έδαφος. Με τη βοήθεια της καινούργιας του συζύγου Ντιντό Φρείρ, μετακομίζει στην Καλιφόρνια και ξεκινά διαπραγματεύσεις με τα μεγάλα στούντιο. Ξεκινά έτσι η αμερικανική περίοδος. Από το 1946 μέχρι το 1950, ο Renoir γύρισε έξι συνολικά ταινίες, δύο για λογαριασμό μεγάλου στούντιο, τρεις ανεξάρτητες παραγωγές και μία μικρού μήκους φιλμ.

Οι μέθοδοι του Hollywood, φάνηκαν εξαρχής περιοριστικοί στον σκηνοθέτη. Ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε από το να μας παρουσιάσει το δραματικό “This Land Is Mine” (1943) χαρίζοντας στον Τσαρλς Λότον έναν αξιομνημόνευτο ρόλο. Παράλληλα διασκευάζει υποδειγματικά το “Ημερολόγιο Μιας Καμαριέρας” (1946) του Μιρμπό και μετατρέπει το “The Southerner” (1945) σ’ ένα θαυμάσιο αγροτικό δράμα, το οποίο υπογραμμίζει την πεποίθηση του σκηνοθέτη ότι ο αληθινός ηρωισμός είναι προνόμιο των απλών, κοινών ανθρώπων, άποψη διατυπωμένη και στην προγενέστερη “Μασσαλιώτιδα”.

Γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του, ο Renoir ξεκινά ευθύς την πραγμάτωση της “Χρυσής Άμαξας” (1952). Πρώτο μέρος, μιας άτυπης τριλογίας πάνω στην εξιδανίκευση του παρελθόντος, όπου θα ακολουθήσουν τα “French Can Can” και “Η Έλενα και οι Άντρες”.

Ο σκηνοθέτης παραμένει ενεργός σ’ όλη τη διάρκεια του ’60, επιστρέφοντας στο ανθρωποκεντρικό και αντιπολεμικό πνεύμα, με το “Le Caporal Epingle”. Ενώ τελευταία του ταινία, φτιαγμένη για την τηλεόραση, είναι ένα σπονδυλωτό κουαρτέτο παραβολών που ακούει στο όνομα “Le Petit Theare De Jean Renoir” το 1969.

Με την υγεία του να φθίνει σταδιακά, ο Jean Renoir ολοκλήρωσε τα απομνημονεύματά του, έλαβε ένα τιμητικό Oscar για το σύνολο της καριέρας του, στέφθηκε Ιππότης στη Λεγεώνα της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση και ξεψύχησε ήσυχα μια βραδιά τον Φλεβάρη του 1979. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, ένας τρυφερός επικήδειος έκανε την εμφάνιση του, στους Los Angeles Times της εποχής. Το υπέγραφε ο Orson Welles και έφερε τον τίτλο «Ο Σημαντικότερος Όλων Των Σκηνοθετών»…



“Το φιλμ ακολουθεί τις αρχές με τις οποίες μεγάλωσα από μικρός. Ως παιδί, μεγάλωσα με τους γονείς μου, ανθρώπους ανίκανους να κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά στην αλήθεια που κρύβεται κάτω από την μάσκα. Για να χρησιμοποιήσω μια λέξη της μόδας, η ζωή με την οικογένεια βασιζόταν στην «απομυθοποίηση». Κι ήμουν πολύ τυχερός που διδάχθηκα να βλέπω τα πράγματα ξεπερνώντας τις αυταπάτες της νιότης. Στον “Κανόνα του Παιχνιδιού”, πέρασα αυτά που γνώριζα στο κοινό. Αυτό όμως δυσαρεστεί τους ανθρώπους, η αλήθεια τους κάνει να νιώθουν άβολα.” 
Jean  Renoir



εντύπως
Jean Renoir [1ο μέρος] πρώτη δημοσίευση: Ιανουάριος 2010 - σοδειά τχ.2
Jean Renoir [2ο μέρος] πρώτη δημοσίευση: Απρίλιος 2010 - σοδειά τχ.3




Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Μάτση Χατζηλαζάρου

πρόσωπα [Μάτση Χατζηλαζάρου]
γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη
εντύπως τχ.13
Η Μάτση Χατζηλαζάρου, φωτογραφημένη από 
τον Ανδρέα Εμπειρίκο, σε μια εκδρομή τους, 

στο Ναύπλιο του 1939
Τα χαμόγελα της Μάτσης Χατζηλαζάρου (1914-1987)

<Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.>

Η ευαίσθητη ποιήτρια από τη Θεσσαλονίκη. Η αιώνια ερωτευμένη με τον Αντρέα Εμπειρίκο, στον οποίο σταθερά αναφέρεται σε όλο της το έργο, αφού αυτός φαίνεται να αποτελεί την αιτία της ποιητικής της παραγωγής ,καθώς και το ποιητικό της Υποκείμενο. Αυτή που <απλώνει την αγκαλιά της και συνάζει όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια και τα ακρογιάλια>. Συνάζει τον λυρισμό όλου του κόσμου- κι ας την κατατάσσουν οι κριτικοί στον υπερρεαλισμό-χωρίς να τον τσακίζει από εμμονές. Όχι πως αυτές της λείπουν : <Θα ΄θελα  μα πόσο θα ΄θελα ναι θα ΄θελα αμέσως τώρα τώρα / θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο την σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως / έμαθα στο Παρίσι / εσένα σ΄ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς / εσένα σ΄ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τα ωρίμασε η θάλασσα/σ΄ ερωτεύω / σε ζηλεύω / σε γιασεμί... [Αντίστροφη Αφιέρωση>, Ποιήματα,εκδ.Ικαρος,1989]. Απλά ξεπερνά τις εμμονές της τελικά και μιλά θαρραλέα για τον έρωτα: <...Σκέπτομαι μια ζωή που θα΄τανε βαριά σαν σήμερα, / Μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτομαι τα μέλη σου σφιχτοδεμένα-εκεί κάπως εντοπίζω / Την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν / Το δαγκωμένο φρούτο... / Έλα η μέρα είναι τόσο ωραία-τα ποιήματα που / Αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου...>[Μάης ,Ιούνης και Νοέμβρης]

Η Μάτση και η Δραματικότητα. Η Δραματικότητα δια μέσου της Μάτσης. Η ανάγκη να απευθυνθεί στο ΣΕ, στο άλλο πρόσωπο που την έχει αγγίξει ψυχικά και την εμπνέει.
<Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή
 Σε περιέχω όπως τ΄ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
 Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
 μες τα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
 Σ΄ αγροικώ με την ίδια διάθεση που ο ερυθρόδερμος
 κολλάει το αυτί του χάμω, για να ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου..>
<Ζωή μου ,δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων>
<Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου, τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια..>
<Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που΄ ναι σαν χόρτα στην άκρη του ποταμού.>

Μια τρυφερότητα νοσταλγική και <ζωντανή> μαζί. Που σε πάει πέρα, σε ένα άχρονο ερωτικό παρόν. Το εδώ και τώρα του έρωτα. Η ίδια η ποιήτρια κραυγάζει το ΣΕ της: <Σήμερα νομίζω τελευταία φορά θα σε τραγουδήσω γιατί εσύ είσαι ο οίστρος και ο σφυγμός κι η βραχνή φωνή του έρωτα...>  Και το πρόσωπο αυτό είναι το ιδανικό για αυτήν <υπάρχουν ανάμεσά μας χρόνοι τέτοιας πληρότητας που μου είπες οι αρμοί των στιγμών χάσκουνε..>

Η Μάτση η αέρινη που <καταπίνει τα χαμόγελά του> και τα σκορπά γενναιόδωρα μέσα στο ποιητικό της έργο .Ζητάει πάντα πιο πολλά από αυτά που της δίνονται: <μα αλίμονό μου αγαπάω τα μαλλιά σου χωρίς να ‘μαι η χωρίστρα σου ούτε για μια μέρα...>  έντιμα  ερωτευμένη, γλυκιά καρτερική και σίγουρη για τα δικά της αισθήματα μόνο, παραπέμπει σε εικόνες εκστατικής γαλήνης και αρμονίας. Κάτι μέσα της πάντα σιγοβράζει μα το ελέγχει και έτσι αυτό ποτέ δεν γίνεται πυρκαγιά ,αν και έχει κάθε προδιαγραφή.
<Eσύ που το μάτι σου είναι χείλι …

αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας …
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρύφαλο …
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου …
πόσο κάθετος είσαι …
μ΄έχεις γοργόνα ακρόπλωρη …
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου>

Μακριά από κυνισμούς και <δηθεν-ισμούς>.
Ποιητική κατάθεση αυτού που είναι: μια ερωτευμένη γυναίκα πρώτα. 

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Ένας Αθανάτος, Θανάσης.

πρόσωπα [Θανάσης Βέγγος]
γράφει ο Μπατίστας Μαλαματένιος
σκίτσο Rena Krouazie
Rena Krouazie [Veggos]

«Σφάλμα του καπετάνιου, δεν έλυσε το παλαμάρι. Τέλος άδοξον»  μονολογεί ο Θανάσης Βέγγος διαπιστώνοντας ότι τόσο καιρό «ταξίδευε», χωρίς να ταξιδεύει. Είναι  ο ίδιος καπετάνιος που προηγουμένως, πριν φτάσει στην απόλυτη αποτυχία του ταξιδιού, έγραφε στο ημερολόγιο του: «Όλα βαίνουν κακήν – κακώς, τα τρόφιμα ετελείωσαν, έφαγα την κατσίκα (νόστιμη η άμοιρη), τρέφομαι με αφρόψαρα».

Η σκηνή αν και προέρχεται από τον κινηματογράφο θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μέρος της δικής μας πραγματικότητας. Ένας ανίκανος καπετάνιος, ένα καράβι που κατέληξε σε σχεδία και ένα «ταξίδι» που παρότι μας ταλανίζει και είναι επίμοχθο, όχι μόνο δεν έχει προορισμό αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, διότι ο καπετάνιος  μπορεί να πήρε μέχρι και κατσίκα μαζί του για να μας ταΐζει φρέσκο γάλα, αλλά δεν έλυσε ποτέ το παλαμάρι!

Πάνω σε μια σχεδία στοιβαχτήκαμε ούτε ένας, ούτε δύο, αλλά δέκα εκατομμύρια νοματαίοι, μαζί μας και ο Θανάσης. Στοιβάξαμε τις προσωπικότητες μας και τις πεποιθήσεις μας για να χωρέσουμε όλοι. Οι γέροι παρέδωσαν το παρελθόν τους και οι νέοι κατέδωσαν το μέλλον τους στον καπετάνιο για να κουμαντάρει με μαεστρία τη σχεδία και να την κατευθύνει σε καλύτερες θάλασσες.

Πέρασε όμως ο καιρός που είχαμε συμφωνήσει και θάλασσες καλύτερες δεν βλέπαμε. Ο καπετάνιος απαίτησε περισσότερο παρελθόν από τους γεροντότερους και περισσότερο μέλλον από τους νεότερους για να συνεχίσει το ταξίδι. Αρχίσαμε να δυσανασχετούμε, να κουραζόμαστε, να απελπιζόμαστε και ο Θανάσης καταπονημένος αρρώστησε. Κουρεύαμε τα μαλλιά μας γουλί για να μην πιάσουμε ψείρες, και ο Θανάσης ξαπλωμένος γέλαγε και μας έλεγε: «Ωραίο μαλλί έχεις φίλε μου, αλλά η πατρίς χρειάζεται θυσίες».

Σχεδόν ένα χρόνο βολοδέρναμε στη θάλασσα, μέχρι που μια μέρα ο καπετάνιος μας κάλεσε όλους για να μας μιλήσει.  Κι εκεί που προσμέναμε να ακούσουμε ότι τα βάσανα μας θα ελαττώνονταν, άρχισε να μας λέει για νέα ταξίδια, για νέες θυσία και για νέο κουπί. Μερικοί τον ρώτησαν το λόγο και εκείνος τους έδειξε το δεμένο παλαμάρι στη στεριά. Ο Θανάσης γούρλωσε τα μάτια. «Πώς το πες αυτό αντίχριστε;» φώναξε δυνατά κι όλα έγιναν ασπρόμαυρα όπως τον ελληνικό κινηματογράφο, όπως τη ζωή μας. «Απαράδεκτον» ακούστηκε να βγαίνει μέσα από τη ψυχή του κι έπειτα έκλεισε τα μάτια του για πάντα! 


Ο Θανάσης Βέγγος «έφυγε» από κοντά μας  την Τρίτη 3 Μαΐου του 2011, γιατί «όταν η ζωή εισέρχεται από την πόρτα, ο θάνατος παραμονεύει στο παράθυρο».  

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Η νεανική ποίηση της Άννας Αχμάτοβα


πρόσωπα
γράφει ο Άγγελος Θεοχάρης

Ахматова, Анна Андреевна
1889-1966
 
Η Άννα Αχμάτοβα (Ахматова, Анна Андреевна 1889-1966), αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες ποιήτριες του 20ου αιώνα και της Αργυρής Εποχής της ρωσικής ποίησης. Πλησιάζοντας στο έτος 2012, οπότε και συμπληρώνονται 100 χρόνια από την έκδοση της πρώτης της ποιητικής συλλογής με τον τίτλο «Απόγευμα» (Вечер), λίγα μπορεί να συμπληρώσει κανείς στην ερμηνεία του έργου της και στην ανάλυση της εποχής και της ζωής της. Σίγουρα, όμως, το έργο της μπορεί να μεταφραστεί εκ νέου ή ακόμη και για πρώτη φορά. Εξάλλου, κάθε μεταφραστική προσπάθεια αποτελεί κάθε φορά μια νέα προσέγγιση, μια νέα ερμηνεία στο ίδιο αθάνατο πρωτότυπο κείμενο.
Μελετώντας τα νεανικά ποιήματα της Αχμάτοβα, δύσκολα κάποιος εντοπίζει την αίσθηση του πρωτόλειου, του άγουρου. Η βαθιά επεξεργασία τους, καθώς και το αυστηρό ξεδιάλεγμα (στην πρώτη της συλλογή δημοσιεύει μόλις τα 35 από τα 200 ολοκληρωμένα την εποχή εκείνη ποιήματά της) στο οποίο προβαίνει η ποιήτρια, δημιουργούν ποιήματα και συλλογές με μια ψευδαίσθηση ωριμότητας. Το ποιητικό της τοπίο μοιάζει ήδη ξεκάθαρο, με σαφείς προσανατολισμούς και κατευθύνσεις. Ο προσωπικός χαρακτήρας, ο ερωτισμός, η διακριτική θρησκευτικότητα αποτελούν χαρακτηριστικά που διαπερνούν όλο της το έργο, και κάνουν αισθητή την εμφάνισή τους, ήδη στα ποιήματα αυτά. Στην φάση αυτή της ποιητικής της δημιουργίας, τα στοιχεία αυτά περιτριγυρίζονται από νεανικές εμπειρίες, όπως έρωτες, βραδινές εξόδους, μοναχικές ή μη βόλτες. Οι εικόνες αυτές μοιάζουν περισσότερο οικείες και απτές, όχι μόνο επειδή διαφοροποιούνται από τις τραγικές ιστορικές στιγμές που έζησε και αποτύπωσε κατά την ωριμότητά της, αλλά κυρίως επειδή σε αυτές υπάρχουν σκηνές και σταλάγματα ζωής, που όλοι έχουν συναντήσει και βιώσει. Η προσιτότητά τους, όμως, δεν τα καθιστά κοινά. Η πρωτοτυπία  διατηρείται, δίνοντας ταυτόχρονα την ταυτότητα και το στίγμα της ποιήτριας, προοικονομώντας έτσι το λαμπρό της μέλλον.


δύο ποιήματα..

Έμαθα να ζω απλά και με σοφία,
να κοιτώ τον ουρανό και να προσεύχομαι στον Θεό,
και να περιπλανούμαι ώρα πολλή στο δειλινό,
για να κουράσω την ασήμαντη αγωνία.

Όταν θροΐζουν οι κολλιτσίδες στο φαράγγι
και γέρνουν τα κλαδιά των κιτρινοκόκκινων μουριών,
χαρούμενους στίχους γράφω
για την φθαρτή, φθαρτή αλλά θαυμάσια ζωή.

Επιστρέφω. Ο μαλλιαρός γάτος
μου γλείφει την παλάμη κι ευχάριστα νιαουρίζει,
και σιγά σιγά ανάβει η λαμπερή φωτιά
στο παρατηρητήριο του παραλίμνιου υλοτομείου.

Σπάνια μόνο τρυπά την ησυχία
η φωνή του πελαργού που στάθηκε στη σκεπή.
Κι αν την πόρτα μου χτυπήσεις
μου φαίνεται, ότι ούτε που θα σε ακούσω.

1912


***


Όλοι εμείς εδώ είμαστε πότες και πόρνες,
πόσο άκεφοι είμαστε μαζί!
Στους τοίχους λουλούδια και πουλιά
μαραζώνουν για τον ουρανό.

Εσύ καπνίζεις μαύρη πίπα,
τι περίεργος ο καπνός από πάνω της.
Εγώ φόρεσα στενή φούστα
για να φαίνομαι ακόμη πιο κομψή.

Παράθυρα για πάντα κλειστά:
Τι είναι εκεί, πάγος ή αστραπή;
Με μάτια σκεπτικής γάτας
μοιάζουν τα δικά σου μάτια.

Αχ, πόσο η καρδιά μου θλίβεται!
Άραγε την ώρα του θανάτου περιμένω;
Και εκείνη, που τώρα χορεύει,
δίχως άλλο στην κόλαση θα πάει.

1913


εντύπως: σοδειά#10

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

..στον ελεγειακό ποιητή του κινηματογράφου ~ Θόδωρος Αγγελόπουλος

Θόδωρος Αγγελόπουλος 1935-2012
Φόρος τιμής σε έναν σπουδαίο Έλληνα καλλιτέχνη

αφιέρωμα στην ταινία: Αναπαράσταση του 1970
διαβάστε ολόκληρο το άρθρο: ΕΔΩ

αποκλειστικά από τη σοδειά
κι απ' τον κριτικό κινηματογράφου
Γιώργο Ρούσσο (baphomet)


"Την Ελλάδα, την έμαθα σχεδόν χωριό-χωριό κάνοντας ρεπορτάζ για τις ταινίες μου. Μέχρι τότε δεν τη γνώριζα καθόλου. Ήμουν παιδί του άστεως και των καυσαερίων. Ξεκίνησα τα ταξίδια μου στην ‘‘μέσα’’ Ελλάδα με την ‘‘Αναπαράσταση’’, μια ταινία που μιλάει για μια χώρα όπου οι άντρες έχουν φύγει στη Γερμανία και στα ερείπια των χωριών κυκλοφορούσαν μόνο γυναίκες. Πήγα στην Κέρκυρα για να διαβάσω τη δικογραφία. Μετά πήγα στο χωριό όπου είχε γίνει το έγκλημα. Κάθισα στο καφενείο. Οι ντόπιοι που ντρέπονταν γι’ αυτό που είχε συμβεί στο χωριό τους μαζεύτηκαν και με κοίταζαν ακίνητοι. Κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να ψάξω άλλο μέρος. Έφτασα απόγευμα και με ψιλόβροχο στη Ζίτσα, στα Ζαγόρια. Κανείς στους δρόμους. Μόνο κάτι μαυροφορεμένες γυναίκες χάνονταν σαν οπτασίες μέσα στους τοίχους των σπιτιών που από την υγρασία ήταν κατάμαυροι. Το μαύρο πάνω στο μαύρο. Εκπληκτικό πράγμα. Στο καφενείο, ένας γέρος μόνος του τραγουδούσε – ‘‘Μωρή κοντούλα λεϊμονιά, με τα πολλά λεμόνια…’’ Αυτό το ταξίδι μου στην Ελλάδα συνεχίζεται ακόμα..." 
Θόδωρος Αγγελόπουλος

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Roy Lichtenstein

ο πρωτοπόρος της pop Art 
από το τχ.9 που κυκλοφορεί
 Με τον όρο Pop art αναφερόμαστε στο καλλιτεχνικό κίνημα που δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε στη μεγάλη Βρετάνια και στη δεκαετία του ’50 στην αμερική. Η ονομασία οφείλεται στον Lawrence Alloway, κριτικό τέχνης, ο οποίος την χρησιμοποίησε το 1958. Μέχρι τότε οι καλλιτέχνες της pop art αναφέρονταν ως νέο-νταντά, μιας και ο ντανταϊσμός θεωρείται πρόδρομος της pop art. Στόχος της pop art ήταν να αντιταχθεί στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό, πετυχαίνοντας το με τον αυθορμητισμό, τα καταναλωτικά σύμβολα, τα comics, τα έντονα χρώματα, την υπερβολή, την απόρριψη του παραδοσιακού και τη ανύψωση του καθημερινού.

Ηγετική φυσιογνωμία της pop art θεωρείται ο Roy Lichtenstein. Ο Roy Lichtenstein γεννήθηκε στο μανχάταν της νέας υόρκης το 1923. Από τα εφηβικά του χρόνια κι έπειτα ασχολήθηκε με την τέχνη ως χόμπι, άκουγε φανατικά τζαζ και ζωγράφιζε πορτραίτα των μουσικών κατά τη διάρκεια της εμφάνισής τους πάνω στη σκηνή. Αποφοίτησε το 1949 με πτυχίο mfa από το Ohio State University , το οποίο του προσέφερε μαθήματα στούντιο και καλών τεχνών. Στην πορεία του συνέβαλλε ουσιαστικά ο Hoyt L. Sherman, καθηγητής του στο πανεπιστήμιο. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Isabel Wilson , με την οποία απέκτησε δυο γιους, τον David Hoyt και τον Mitchell . Χώρισαν το 1965. Από το 1960 διδάσκει στο Rutgers University, αλλά παραιτείται το 1964 για να επικεντρωθεί στην τέχνη. Εκείνη την περίοδο ασχολήθηκε με την Proto-pop.
Το 1961 αρχίζει να ζωγραφίζει pop χρησιμοποιώντας κινούμενα σχεδία και τεχνικές που προέρχονται από τις διαφημιστικές εκτυπώσεις. Το 1962 διοργανώθηκε η πρώτη του ατομική έκθεση στο Carlebach Gallery στη νέα υόρκη. Κατά τη δεκαετία του 1960 έργα του Lichtenstein εκτέθηκαν στο Leo Castelli Gallery στη νέα υόρκη μαζί με έργα των Andy Warhol, Jasper Johns, James Rosenquit και άλλων . Αποστασιοποιημένος από τα έργα του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό ο Lichtenstein δημιουργεί έργα προσιτά και οικεία στους θεατές. Χρησιμοποιεί χρώματα έντονα όπως το μπλε, το κόκκινο, το κίτρινο, κάποιες φορές το πράσινο, το μαύρο και το λευκό και το αποτέλεσμα γίνεται οξύτερο. Τα έργα του δείχνουν σχεδόν βιομηχανικά, στερεοτυπημένα μέσω της αφαίρεσης και προσαρμόζονται στο ευρύ γούστο χωρίς να απλοποιείται το νόημα τους.

Αποτυπώνει μοτίβα western, αμερικανικά είδωλα, ήρωες της κλασικής μυθολογίας και επηρεάζεται από την κλασική περίοδο και την Rococo, την τέχνη της προϊστορικής περιόδου καθώς και την ελληνική αρχιτεκτονική. Μέσω της ήρεμης προσέγγισής του ισοπεδώνει το περιεχόμενο του αντικειμένου ξεπερνώντας τους περιορισμούς όπως ο Cézanne . Στα έργα του, τα οποία φαίνονται επιφανειακά και για κάποιους ρηχά, κατάφερε να ευτελίσει συναισθήματα, καταστάσεις, πράξεις και ανθρώπους. Άφησε το στίγμα του στην ιστορία της τέχνης γιατί έδωσε στην pop art πνοή και ζωντάνια χρησιμοποιώντας comics,όχι όμως και τη θεματολογία τους. Πέθανε το 1997 από πνευμονία.
Ελένη Μανόλοβα

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Lars von Trier

Το να προκαλέσεις θεωρώ ότι είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, δεν αποτελεί όμως τη βάση για να κάνεις σημαντική τέχνη και δεν αφορά τη δική μου δουλειά. Αν προκαλώ κάποιον, άλλωστε, αυτός είναι μόνο ο εαυτός μου. Κηρύττω διαρκώς τον πόλεμο σ’ εμένα τον ίδιο, στον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσα, στις προσωπικές μου αξίες

Lars von Trier


Ο Trier μεγάλωσε στην Κοπεγχάγη των μεταβατικών κοινωνικοπολιτικά δεκαετιών του ’50 και του ’60, στο μέσο μιας οικογένειας, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, στερούνταν συναισθημάτων, θρησκείας και της όποιας ευχαρίστησης. Οι γονείς του, επιχείρησαν να μεταδώσουν την ηδονή της απόλυτης ελευθερίας, χωρίς να μπορούν να φανταστούν ότι ίσως η υπερβολική ανεξαρτησία που του προσέφεραν θα βάρυνε τους εύθραυστους παιδικούς ώμους του μ’ ένα αίσθημα κενού. Δεν υπήρχαν καθόλου κανόνες, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα. Έπρεπε να πιέζω εγώ τον εαυτό μου να ασχοληθώ με τα διαβάσματα ή ακόμη και να πηγαίνω καθημερινά στο σχολείο, γιατί κανένας από τους γονείς μου δεν ήταν διατεθειμένος να μου υποδείξει τι ήταν σωστό και τι όχι.
Το 1984, ένα μόλις χρόνο μετά την αποφοίτησή του από τη Δανέζικη Σχολή Κινηματογράφου, ο Trier ολοκλήρωσε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Μιλάμε βεβαίως για το ”Στοιχείο του Εγκλήματος – The Element of Crime”. Ένα φιλμ στο οποίο μαθαίνουμε, με αναδρομή στο παρελθόν, πως ο επιθεωρητής της αστυνομίας κ.Φίσερ, που βρίσκεται τώρα στην Αίγυπτο υποφέροντας από πονοκεφάλους, είχε υποστεί στην Ευρώπη μια τρομερή τρομακτική εμπειρία.

Μέσω της ψυχανάλυσης επιστρέφει πίσω στο χρόνο πριν από δυο μήνες. Τότε δηλαδή που του είχε ανατεθεί να διερευνήσει τους παράξενους και τελετουργικούς φόνους μικρών κοριτσιών. Απευθύνεται έτσι, στον παλιό του δάσκαλο και βαθμιαία εμπλέκεται και ο ίδιος... Κορυφαίο φιλμ νουάρ, το πρώτο της τριλογίας της “ύπνωσης” για τη θνήσκουσα Ευρώπη, που με εκπληκτικές τεχνικές αναφέρεται σε μια γηραιά ήπειρο νεκρή και γεμάτη φθορά. Ατμόσφαιρα απόκοσμη, με ύφος στιλιστικό αλλά παράλληλα μεταμοντέρνο. Φιλμ που ταξίδεψε τον δημιουργό του μέχρι τις Κάννες, χαρίζοντας του ένα βραβείο τεχνικού επιτεύγματος και ξεκινώντας το μακροχρόνιο φλερτ του Δανού καλλιτέχνη μ’ ένα από τα πιο σημαντικά κινηματογραφικά φεστιβάλ. 


Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Trier μας παρουσιάζει το “Epidemic”. Ίσως το πιο παρεξηγημένο κομμάτι της “ευρωπαϊκής” τριλογίας του. Κεντρική ιδέα και πάλι η Ευρώπη, που αποσυντίθεται καθώς φθίνει. Αυτοαναφορά, σαρκασμός κι αλληγορία διπλής κατεύθυνσης περιστρέφονται γύρω από την ευφυή ιδέα της κατασκευής ταινίας μέσα σε ταινία. Η τριλογία ολοκληρώνεται το 1991, με το υποβλητικό “Europa”. Ο ήρωάς μας, ένας φιλήσυχος και αφελής Αμερικανός, γερμανικής καταγωγής, εγκαθίσταται στη μεταπολεμική Γερμανία, εργαζόμενος ως σιδηροδρομικός υπάλληλος. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται μια μυστηριώδη γυναίκα με ύποπτες διασυνδέσεις. Μια εφιαλτική ταινία, η οποία ξεδιπλώνει σταδιακά τους ρυθμούς της, αφήνοντας την εξωπραγματική αίσθηση πως ό,τι συμβαίνει μπορεί μεν να ανήκει στη σφαίρα του φανταστικού, χωρίς όμως αυτό να στερεί τίποτα, από τη δύναμη της αλη-θοφάνειάς της.Λαβυρινθώδης και σκοτεινή, αιχμαλωτίζει το υποσυνείδητο, αναζητώντας την ευθύνη για την παρακμή ενός κόσμου που προχωρά στη νέατάξη πραγμάτων, στιγματισμένος ωστόσο ακόμα, από το νοσηρό παρελ-θόν του. Κι όλα αυτά, υπό τους ήχους, ενός υπέροχου soundtrack. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Trier υπέγραψε μια ανορθόδοξη αλλά μαγική εκδοχή της “Μήδειας”, για λογαριασμό της μικρής οθόνης και ολοκλήρωσε μία αν μη τι άλλο “παράξενη” τηλεοπτική σειρά, το “Kingdom”. Την ίδια περίοδο, αποφάσισε να ενώσει τις δυνάμεις του με τον παραγωγό Πέτερ Άλμπεκ Τζένσεν και να ιδρύσουν τη δική τους εταιρεία, την Zentropa, ένα καταφύγιο ανεξάρτητης έκφρασης και πλήρους ελευθερίας για οποιονδήποτε σκηνοθέτη το είχε ανάγκη. Καθώς όμως τα καλλιτεχνικά κατορθώματα του δημιουργού άρχισαν να υπερβαίνουν τα σύνορα της χώρας του, μεθοδικά ξεκίνησε να χτίζεται και η φήμη ενός εύθραυστου ψυχολογικά και φορτωμένου άγχη ανθρώπου, ο οποίος φοβάται τα αεροπορικά ταξίδια, παλεύει καθημερινά με τις άφθονες νευρώσεις του και έρχεταιτακτικά αντιμέτωπος με την κατάθλιψη.



Φτάνουμε έτσι στο 1996 και ο Trier μας παραδίδει ίσως την καλύτερη δη-μιουργία του. Μιλάμε φυσικά για το “Δαμάζοντας τα Κύματα” εκεί όπου ο καλλιτέχνης επαναπροσδιορίζει την έννοια του μελοδράματος. Ξεκινώντας, πειραματιζόμενος με το ύφος και την ατμόσφαιρα – η κάμερα στο χέρι του διευθυντή φωτογραφίας Ρόμπι Μίλερ κάνει θαύματα – συνεχίζει μέχρι τα θεμέλια του κλασικού love story, για να το μεταμορφώσει σε μια μεταφυσική παραβολή γύρω από τη δύναμη της αγάπης και της θυσίας. Το “Δαμάζοντας τα Κύματα” είναι και το εναρκτήριο μέρος μιας τριλογίας, αφιερωμένης σε μαρτυρικές φιγούρες γυναικών, η οποία θα ολοκληρωθεί με τους “Ηλίθιους” (1998 – δεύτερη ταινία του κινήματος “Δόγματος 95”) και το “Χορεύοντας στο Σκοτάδι” (2000), υπέροχο αλλά συνάμα συναισθηματικά εξοντωτικό φιλμ, μ’ ένα ρεσιτάλ ερμηνείας από την Bjork και μία ακόμη επιβράβευση στις Κάννες. 2003 και ο Trier μας παρουσιάζει το “Dogville”, που παράλληλα είναι και η απαρχή μιας ακόμα τριλογίας, η οποία όμως έμελλε να μείνει ανολοκλήρωτη. Κι ενώ τον κατηγορούν για αντιαμερικανισμό, το 2005 μας παρουσιάζει το “Manderlay”, με το τρίτο και τελευταίο μέρος που θα άκουγε στο όνομα “Wasington” να μην υλοποιείται ποτέ… Προσπαθώντας να εξορκίσει το δημιουργικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει, γράφει εν τάχει μια εκκεντρική σατιρική κωμωδία το “The Boss of it All” (2006), κοντά στις αρχές του “Δόγματος”. 


Κλείνοντας, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε την τελευταία του δημιουργία, το αμφιλεγόμενο “Αντίχριστο”. Γουίλεμ Νταφόε και Σαρλότ Γκένσμπουργκ, υποδύονται ένα “πολιτισμένο” ζευγάρι (ο σύζυγος είναι ψυχαναλυτής και η σύζυγος, φεμινίστρια συγγραφέας), που υποφέρει μετά το θάνατο του μικρού παιδιού τους. Ταινία που δίχασε κοινό και κριτικούς, όπου κι αν προβλήθηκε. Ένα είναι το σίγουρο όμως, ότι το σινεμά ενός από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες, εξακολουθεί να συνεπαίρνει, να αναστατώνει και να εξοργίζει. Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν αφήνεται να περάσει απαρατήρητο. 

   Είναι πολύ πιο σημαντικό να εφευρίσκουμε τρόπους ώστε να εξερευνούμε ολοένα και περισσότερες δυνατότητες που προσφέρει ο κινηματογράφος ως τέχνη, αντί να σκαρφιζόμαστε ανόητους τρόπους για να φέρουμε τον κόσμο πάση θυσία στο σινεμά… Lars von Trier

άρθρο του Γιώργου Ρούσσου
εδημοσιεύθη στη σοδειά τχ.4

Blogger templates


Blogger news